Η «Αυτοκτονία του Δήμου» του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου αποτελεί ένα σημαντικό έργο (ελαφρώς επεξεργασμένη εκδοχή της διδακτορικής διατριβής του υπό την επίβλεψη του Καθηγητή Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ Νίκου Αλιβιζάτου), το οποίο κατορθώνει να συνδέσει αρμονικά την επιστημονική ακρίβεια με το ζωηρό εκφραστικό ύφος. Με άλλα λόγια, αναφέρεται στους «ειδικούς» εκείνης της εποχής (πολιτικές και νομικές ελίτ) με εκλαϊκευμένο τρόπο, συνιστώντας έτσι «κτήμα ες αεί» για τις εύθραυστες φιλελεύθερες (μετα-)δημοκρατίες.
Πρόκειται για ένα πολιτικό, συνταγματικό και κοινωνικό χρονικό της ενθουσιώδους ακμής, της σταδιακής παρακμής και της οριστικής κατάλυσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Χαρακτηρίζεται, λοιπόν, από διεπιστημονικότητα (πολιτική επιστήμη, συνταγματική θεωρία και ιστορία, κοινωνιολογία) ως προς τη διερεύνηση των αιτίων και των αφορμών για τη θεσμική απαξίωση, τη συστηματική παραβίαση, και, εντέλει, την τελεσίδικη υποκατάσταση του πιο προωθημένου συνταγματικού κειμένου της εποχής από το «δίκαιο της ανάγκης».
Το βιβλίο του Κεσσόπουλου κατορθώνει να δίνει επιχειρηματολογημένες απαντήσεις στα «πώς» και τα «γιατί» της περιόδου 1919-1933 από πολιτειακή, νομική και κοινωνικοοικονομική σκοπιά, αφήνοντας παράλληλα χώρο στον αναγνώστη να θέτει τα δικά του ερωτήματα και να σκιαγραφεί τις δικές του εξηγήσεις.
Ο συγγραφέας καταθέτει μια νηφάλια και αντικειμενική αναπαράσταση της μεσοπολεμικής περιόδου, τολμώντας να πάρει –κριτικά αναστοχαστική- θέση (με ξεκάθαρη ιδεολογική προδιάθεση υπέρ του πολιτικού φιλελευθερισμού) στις κινήσεις των «συστημικών» και «αντισυστημικών» κομματικών δρώντων της εποχής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαρκής αλληλοτροφοδότηση ανάμεσα στην εφαρμοσμένη πολιτική πρακτική και στη συνταγματική θεωρία μέσα από τη ζωντανή παράθεση της διαμάχης Hans Kelsen-Karl Schmitt σχετικά με τον ύπατο «φύλακα του Συντάγματος».
Ο νομικός θετικισμός του Kelsen έδινε αποκλειστική προτεραιότητα στο θεσπισμένο δίκαιο, δηλαδή στο Σύνταγμα ως ιεραρχικά ανώτερη πηγή δικαίου, έναντι της de facto εργαλειοποίησής του από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία. Από την άλλη, ο αποφασιοκράτης Schmitt σταδιακά κέρδιζε έδαφος στη μάχη των εφαρμοσμένων ιδεών, καθώς η δομική (οικονομική, πολιτική, θεσμική) κρίση οδηγούσε σε υποκατάσταση του «κανόνα» από την «ανάγκη».
Ο αποφασιοκρατικός αντιθετικισμός οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη συνταγματική εκτροπή, καθώς η κατάσταση εξαίρεσης δεν συνιστά θεσμικά διαμεσολαβημένη συνθήκη, αλλά δήλωση και πράξη βούλησης του εκάστοτε κυριάρχου, στην προκειμένη περίπτωση του –δημοψηφισματικά εκλεγμένου- Προέδρου του Ράιχ.
Από την άλλη, όμως, και η «καθαρή θεωρία του δικαίου» αποδεικνύεται εξαιρετικά αδύναμη να προασπίσει τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας, καθώς οι δικαιικές εγγυήσεις υποχωρούν -αργά πλην σταθερά- σε καιρούς «κρίσης», με αποτέλεσμα ο νομικός θετικισμός να καθίσταται μια –ηθικοπολιτικά αδιάφορη- απολογία του εκάστοτε θετικοποιημένου status quo.
Η μετεξέλιξη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε προεδρικό καθεστώς έκτακτης ανάγκης συνοδεύθηκε από το –ακαδημαϊκό και πολιτικό- discourse της «θεωρίας των δύο άκρων», το οποίο απολάμβανε (με διαφορετικές αποχρώσεις ασφαλώς) τη συναίνεση των κύριων «συστημικών» πυλώνων (σοσιαλδημοκρατών, φιλελεύθερων, χριστιανοδημοκρατών). Ενόψει, πάντως, της ραγδαίας ανόδου τόσο του Εθνικοσοσιαλιστικού όσο και του Κομμουνιστικού Κόμματος, η θεωρία των δύο άκρων κατέληγε να δίνει βαρύτητα στην αναχαίτιση του κομμουνιστικού κινδύνου, με αποτέλεσμα ο εθνικοσοσιαλιστής Χίτλερ να κερδίζει πόντους «υπευθυνότητας» στο πολιτικό-εκλογικό παίγνιο.
Η προϊούσα παρακμή (μέχρι την οδυνηρή πτώση) της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης κατέστησε σαφή δύο διαχρονικά και επίκαιρα ζητήματα της καθημερινής λειτουργίας των πολιτειακών θεσμών. Πρώτον, ότι το –καθησυχαστικό για τις μάζες- δόγμα της ανάθεσης-εν λευκώ εξουσιοδότησης καταλήγει σε ανορθολογικές κραυγές για «προδοσία» (π.χ. αγανακτισμένα μέλη των πάλαι ποτέ πανίσχυρων εργατικών συνδικάτων του παρακμάζοντος Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος) και σε ολοκληρωτική άφεση της ατομικής ύπαρξης και του συλλογικού βίου στα χέρια ενός αδίστακτου δημαγωγού-Führer.
Ο Αδόλφος Χίτλερ, εξάλλου, κατέλυσε την κοινοβουλευτική δημοκρατία χρησιμοποιώντας εργαλειακά τη συνταγματική νομιμότητα, ισορροπώντας ευφυώς (άρα και άκρως επικίνδυνα) ανάμεσα στην προσωπολατρική, βολονταριστική «αντισυστημικότητα» και στη «συστημική» προσέγγιση των γερμανικών οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών ελίτ.
Τέλος, το σπουδαιότερο δίδαγμα από τη βραχύβια ιστορική διαδρομή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης έγκειται στο ότι η μακροπρόθεσμη επιβίωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (ακόμα και στην καλύτερη δυνατή, από συνταγματική και πολιτική σκοπιά, αστικοδημοκρατική εκδοχή της) απαιτεί την εμβάθυνσή της σε κοινωνική δημοκρατία, ήτοι την επέκταση της δημοκρατικής διαβούλευσης από το πολιτικό εποικοδόμημα στην κοινωνικοοικονομική σφαίρα παραγωγής.
Όπως επεσήμαινε, άλλωστε, ο κορυφαίος Δάσκαλος του Συνταγματικού Δικαίου, Αριστόβουλος Μάνεσης, «η δημοκρατία γίνεται ουσιαστική μόνο όταν η ισότητα και η ελευθερία διευρύνονται και επεκτείνονται, πέρα από το καθαρά νομικο-πολιτικό, και στο οικονομικό και γενικά στο κοινωνικό πεδίο, ώστε να χαρακτηρίζουν την όλη κοινωνική συμβίωση».
*ΥΔ Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ
