Η δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από το ζήτημα της επιλογής του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την παρούσα κυβέρνηση δεν έχει επικεντρωθεί όσο θα έπρεπε στο τι ακριβώς ορίζει ο νόμος.
Το άρθ. 90 §5 του Συντάγματος προβλέπει ότι οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποφασίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, όπως ο νόμος ορίζει. Περαιτέρω, η νομοθετική διάταξη, στην οποία παραπέμπει το Σύνταγμα, δεν είναι άλλη από το άρθ. 49 §3 Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3841/2010 (γνωστός και ως «Νόμος Καστανίδη»), κατά το οποίο, της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου προηγείται η διατύπωση γνώμης από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, η οποία πάντως δεν είναι δεσμευτική. Προσθέτει, μάλιστα, η διάταξη αυτή ότι: «Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων μπορεί να παραλειφθεί, αν δεν είναι δυνατή η σύγκλησή της λόγω διάλυσης της Βουλής ή για οποιονδήποτε άλλο νόμιμο λόγο».
Στη φράση αυτή κρύβεται όλη η ουσία του ζητήματος. Διότι σαφώς προκύπτει ότι είναι δυνατή η πλήρωση των κρίσιμων θέσεων, ακόμα και αν έχει διαλυθεί η Βουλή, λόγω προκήρυξης εκλογών, οπότε στην περίπτωση αυτή μπορεί να παρακαμφθεί εντελώς η διαδικασία στη Διάσκεψη των Προέδρων. Εάν, λοιπόν, είναι νόμιμη η επιλογή προέδρου και εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όταν έχει ήδη διαλυθεί η Βουλή και μάλιστα χωρίς να έχει γνωμοδοτήσει η Διάσκεψη των Προέδρων, κατά μείζονα λόγο θα είναι νόμιμη η επιλογή των ανωτέρω, όταν δεν έχει διαλυθεί η Βουλή και έχει ήδη γνωμοδοτήσει η Διάσκεψη των Προέδρων.
Εύληπτο καθίσταται ότι, αφού το άρθ. 90 §5 Συντ. εξειδικεύεται σε εκτελεστικό νόμο, η άποψη ότι η κυβέρνηση δεν δύναται να προβεί στην πλήρωση των ως άνω θέσεων προϋποθέτει μεθοδολογικά την κρίση περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθ. 49 §3 Ν. 1756/1988, πλην, όμως, κάτι τέτοιο ουδέποτε έχει υποστηριχθεί.
Ερωτάται, περαιτέρω, αν υπό τις παρούσες περιστάσεις είναι αντιδεοντολογική η κάλυψη των ως άνω θέσεων. Στις 16.05.2019 η κ. Καλού προτάθηκε, με διακομματική συναίνεση και συγκεντρώνοντας 15 ψήφους, για πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Εάν θα είχε επιλεγεί κάποιο τρίτο πρόσωπο, θα μπορούσε –ίσως– να προκύψει ζήτημα δεοντολογίας, υπό την έννοια ότι μετά τις εκλογές πιθανόν η σύνθεση της Διάσκεψης των Προέδρων να είναι διαφορετική. Εφόσον, όμως, επιλέχθηκε το πρόσωπο, στο οποίο έχει ήδη συναινέσει και η αντιπολίτευση, είναι απορίας άξιον με ποια έννοια τίθεται ζήτημα πολιτικής δεοντολογίας.
* Δικηγόρος, διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Νομικής ΑΠΘ
