Αξίζει μια αναφορά στις Ελληνίδες μάνες, στις γυναίκες στυλοβάτες της οικογένειας που στάθηκαν όρθιες απέναντι στο σκληρό κι απάνθρωπο καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967. Ηταν αυτές οι άγνωστες που υπερασπίστηκαν με καρτερικότητα, πίστη και αυταπάρνηση τα δημοκρατικά ιδεώδη, αυτές που τις περισσότερες φορές βρίσκονταν στη σκιά της Ιστορίας.
Οταν θυμάμαι τη μάνα μου Ουρανία, το πέμπτο παιδί μιας πολύτεκνης «βασιλικής» -από παράδοση- οικογένειας, παίρνω θάρρος από τη δύναμη της ψυχής της. Δεν την έκαμψαν τα όσα τράβηξε νωρίτερα σε σκληρές δεκαετίες, δεν τη φόβιζαν οι μνήμες από τις ταλαιπωρίες και τους κατατρεγμούς που βίωσε πολύ πριν εκδηλωθεί το πραξικόπημα του ’67. Δεν τη «συνέτισαν» ούτε η φυλάκισή της στη γερμανική Κατοχή ούτε η εξορία της στη Μακρόνησο κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και τα όσα αυτές συνεπάγονταν…
Απέναντι στις αστείες «νουθεσίες» των πραξικοπηματιών στάθηκε άκαμπτη κι αγέρωχη, παρότι τα άλλα μέλη της οικογένειάς της βρέθηκαν ξαφνικά αλλού κι αυτή για κάποιο διάστημα έμεινε μόνη της. Με όποιον τρόπο και δύναμη μπορούσε σε μια ακόμη δύσκολη περίοδο της ζωής της, υπερασπίστηκε με πίστη κι αυταπάρνηση τις αξίες της δημοκρατίας. Τον πατέρα τον εξόρισαν στη Γυάρο, τον μικρότερο γιο της Νίκο τον έκλεισαν πρώτα στο Η’ Αστ. Τμήμα Θεσσαλονίκης στην οδό Φιλήμονος Δραγούμη κι ύστερα στο Γεντί Κουλέ κι αλλού και εμένα στα κρατητήρια του Γ’ Αστ. Τμήματος στην οδό Ιπποδρομίου. Στη συνέχεια, μπαίνοντας ο Γενάρης του ’68, μ’ έστειλαν στον στρατό κι έτσι από την Αρχιτεκτονική Σχολή του ΑΠΘ, όπου νωρίτερα εκπονούσα διδακτορική διατριβή, βρέθηκα να υπηρετώ την πατρίδα ως ένας υπερήφανος σκαπανέας…
Η μάνα εκείνο διάστημα, πριν από την αναχώρηση τη δική μου και το στρατοδικείο του αδελφού μου τον Νοέμβριο του ’67, βρισκόταν σε αγωνία και συνεχή εγρήγορση. Νοιαζόταν «τα παιδιά που αγωνίζονταν», όχι μόνο τα δικά της μα και όλα τα άλλα. Ετρεχε να πάει φαγητό στον Νίκο, πότε στο Γεντί Κουλέ και πότε στα Σφαγεία ή στην Εθν. Ασφάλεια του Βαρδάρη, στον Μανώλη Μητσιά στα κρατητήρια του Αστ. Τμήματος της οδού Λέοντος Σοφού, σ’ ένα παλιό κτίριο κοντά στην… «Αμερικάνικη αγορά μεταχειρισμένων ρούχων» κι ύστερα σε μένα στο κοντινό Ιπποδρόμιο, σ’ έναν ιστορικό από τα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τόπο, γνωστό ακόμη και για τα τότε σκληρά γεγονότα… Είχε τον νου της και στ’ άλλα «παιδιά», μα εκείνες τις δύσκολες μέρες ήταν δύσκολο να τα εντοπίσει. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν ο συνάδελφος, συνεργάτης στο γραφείο μελετών και φίλος μας Λεωνίδας Τσιρόπουλος, από την Κατερίνη, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, ο Χαλκιδικιώτης φοιτητής της Γεωπονικής Γιώργος Μπαλάσης κι άλλοι…
Θα κλείσω αυτή την αναφορά με μια απόδοση των όσων απάντησε η μάνα μου στον αξιωματικό του Η’ Αστ. Τμήματος, όταν την κάλεσαν στο διώροφο κτίριο του Μεσοπολέμου όπου αυτό στεγαζόταν. Ηταν ένα ενδιαφέρον κτίσμα, ακόμη και για τη μορφολογία του, που γκρέμισαν λίγα χρόνια αργότερα θέλοντας θαρρείς να σβήσουν μαζί του και τα μυστικά που έκρυβε. Βρισκόταν στον ανηφορικό δρόμο της Ανω Πόλης πίσω από το υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης. Οταν ο εκπρόσωπος της εξουσίας μίλησε στη μάνα μας απαξιωτικά για μας, αυτή του απάντησε με θάρρος κοιτώντας τον με νόημα στα μάτια: «Αν αξιωνόσουν κι εσύ να δεις τα παιδιά σου συνειδητούς πολίτες και επιστήμονες χρήσιμους στην κοινωνία, την πατρίδα και τη δημοκρατία, τότε ίσως θα καταλάβαινες την πραγματική αξία αυτών των εννοιών και… θα έκανες κωλοτούμπες από χαρά, κατρακυλώντας από τα ψηλά της Ανω Πόλης μέχρι το λιμάνι»!
Για άλλη μία φορά έδειξε απαράμιλλο θάρρος! Μάνα, σ’ ευχαριστώ για όσα μας δίδαξες…
