Αντρέας Μαντάς*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε μια εποχή κατεξοχήν αντιρομαντική σαν τη δική μας, μοιάζει απαραίτητο να ανακαλούμε συχνά συμβολικά σήματα ρομαντισμού. Κάπως έτσι εμείς, οι «απλοί άνθρωποι» μπορούμε να συνδεόμαστε με μια όψη της αθανασίας. Γιατί ενώ ο θόρυβος  της εποχής είναι ατελείωτος, στο βάθος αναπτύσσεται μια πνιγηρή, επίμονη, ανησυχητική σιωπή. Ζούμε μια υπαρξιακή σιωπή, γιατί λείπει από την καθημερινή μας σημειολογία ο ρομαντισμός. Αυτός ο «υγιής» ρομαντισμός που χαρακτήρισε την ανθρώπινη ζωή το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα κι ο οποίος έχει να μας διδάξει ακόμη πολλά.

Το ένστικτο πρέπει κάποτε να συνομιλήσει με το αίσθημα, η διαίσθηση να συνεργαστεί με το συναίσθημα και το συναίσθημα, με τη σειρά του, πρέπει να συνυπάρξει με τη νόηση. Και αυτός είναι πλέον ο μόνος τρόπος να απαλλαγούμε από αυτήν την αλλοτρίωση, απ’ αυτήν την αποξένωση. Συνθήκες που καθιστούν αδύνατη κάθε απόπειρα νοητικής απόδρασης και ανερμάτιστη κάθε επικοινωνία. 

Αυτές τις μέρες περνάνε από τον νου μου οι Francesco Rosi, Carlos Saura, Mauro Bolognini, Jean-Luc Godard, Roberto Rossellini, Carl Dreyer, Elio Petri. Σκέφτομαι την «ανάληψη», κυριολεκτικά και μεταφορικά, και πώς αυτή συνδέεται με τον ρομαντισμό και πώς αυτή εκπέμπεται στην οθόνη από αυτούς τους διαφορετικούς πομπούς.  Όλοι αυτοί οι «ρομαντικοί» επιθυμούν στις ταινίες τους τον δικό τους χριστιανισμό, μια θρησκεία απαλλαγμένη από τον τρόμο του αμαρτήματος, για αυτό και ο Παράδεισος για αυτούς, και για μας, είναι εδώ. Και είναι γεμάτος αγάπη, από την αγάπη των δικών μας. Κάτι πάρα πολύ απλό. «Omnia vincit amor», όπως είπε ο Βιργίλιος (δηλαδή «η αγάπη νικάει τα πάντα»). 

Όπως πίστευε και ένας Γάλλος κριτικός, όταν ο θεατής αναγνωρίζει τον εαυτό του στον ήρωα μιας ταινίας, είναι σε θέση να τον «δει», να τον εκτιμήσει, να τον κρίνει ή να τον απορρίψει, καταλήγοντας να χρησιμοποιεί τις εικόνες που περνούν από την οθόνη για να απαντήσει στις δικές του ανάγκες.  

Ξαναβλέποντας πρόσφατα την ταινία του Elio Petri «Υπεράνω πάσης υποψίας» («Indagine su un sittadino al di sopra di ogni sospetto», ο τίτλος στα ιταλικά), σκέφτομαι ότι δεν έχει αλλάξει κάτι στις σχέσεις. Σχέσεις που εν πολλοίς τρέφονται από τον αυταρχισμό. (Το να περιγράφεις σε ένα φιλμ αρκετά πετυχημένα τη συμπεριφορά των ανθρώπων δεν προκαλεί, αναγκαστικά, θετικά συναισθήματα.) 

Μπορεί κανείς να απορρίψει ένα κοινωνικό σύστημα για πολλούς λόγους. Μπορεί να απορρίψει τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό και παράλληλα να μην πείθεται ούτε από τον αναρχισμό. Ο φασισμός όμως είναι καθημερινός, όπως έλεγε ο Mikhail Romm, με την έννοια ότι είναι παρών παντού και όλα γίνονται ένας φαύλος κύκλος. Δεν ξεφεύγουμε εύκολα οι άνθρωποι από το άσκοπο μιας φαύλης περιπλάνησης, που μας φέρνει ξανά και ξανά στο σημείο  μηδέν. Ως θεατές και ως πολίτες, για να καταλάβουμε σε βάθος προβλήματα επίκαιρα και σημαντικά, δεν χρειαζόμαστε παντός τύπου διεγερτικά, όπως προτείνουν οι σύγχρονες αφηγήσεις, αλλά ένα ξεστράγγισμα του νου. 

Πώς γίνεται να συνδέονται η εποχή της άνοιξης, ένας μήνας, ο Απρίλης, με τα μηνύματα αγάπης της Μεγάλης Εβδομάδας και για μας τους Έλληνες και με τις μνήμες της δικτατορίας; Μήπως γιατί, ακόμα και σήμερα, δεν είμαστε άβουλα πιόνια σε ένα σύστημα καθημερινού φασισμού; ‘Oπου όμως πιστεύουμε ότι κατά βάση υπηρετούμε τον εαυτό μας και όχι το σύστημα, ακριβώς όπως ο κεντρικός ήρωας στην ταινία του Πέτρι.

Ζούμε λοιπόν ακόμη έναν καθημερινό φασισμό και όλοι οι γνωστοί και κωδικοποιημένοι προβληματισμοί του νεορεαλισμού (ο ρεαλισμός της επικαιρότητας) και του ρομαντισμού είναι εδώ, στο σήμερα. Παραμένουν και θα παραμένουν επίκαιροι. Για αυτό χρειαζόμαστε αυτήν την «ανάληψη», χρειαζόμαστε τον μύθο και την ποίηση να δώσουν μια άλλη διάσταση, πιο αισιόδοξη, πιο παρηγορητική.

Μιας και είναι Εβδομάδα Αγάπης, ας σκεφτούμε ξανά για λίγο όλα τα μηνύματά της που συνδέονται με τον ρομαντισμό. Ας σκεφτούμε πως θα πάψουμε να καταστρέφουμε τα θεμέλια της ζωής, ας αφεθούμε στη ζωή, ας στεγάσουμε τα ένστικτα με τον νου. Ο νους είναι η στέγη. Και ας σκεφτόμαστε, «ρομαντικά» έστω, ατέρμονες ευθείες γραμμές. Αυτή η λαχτάρα που είναι τόσο ανθρώπινη και τόσο «υπεράνθρωπη». Αυτή η πάλη που και για τον Καζαντζάκη ήταν πρωταρχική αγωνία. Η ακατάπαυστη, η ανηλεής πάλη ανάμεσα στο πνεύμα και τη σάρκα. Μπορεί κάποιος να μην πιστεύει στο θαύμα. Αλλά η ζωή η ίδια είναι από μόνη της ένα μεγάλο θαύμα.