… συνεπώς, οι Σοσιαλιστικές Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μου φαίνονται ως ο μοναδικός πολιτικός στόχος σήμερα.
Τζόρτζ Οργουελ, καλοκαίρι 1947.
Οταν ο Oργουελ υποστήριζε την ιδέα της ενωμένης Ευρώπης, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και καθώς έγραφε το μνημειώδες «1984» σ’ ένα νησί της Σκωτίας, απαριθμούσε και τις δυσκολίες.
Ομοίως, η μικρή ομάδα των Ιταλών αντιφασιστών πολιτικών κρατουμένων όταν έλεγε ότι «… Η ευρωπαϊκή επανάσταση, για να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μας, θα πρέπει να είναι σοσιαλιστική…» ήξερε τις δυσκολίες. Στο νησάκι Βεντοτένε, στη Μεσόγειο, το καλοκαίρι του 1941, με τον πόλεμο και τον φασισμό της Ευρώπης σε εξέλιξη, σχεδίαζαν ένα καλύτερο μέλλον, ενάντια στον «τύπο της δουλικής κοινωνίας» – στο κείμενο των Αλτιέρο Σπινέλι και Ερνέστο Ρόσσι που έμεινε γνωστό ως «Μανιφέστο του Βεντοτένε» ή, όπως ήταν ο αρχικός τίτλος του, «Μανιφέστο προς μια ελεύθερη και ενωμένη Ευρώπη».
Τον Σεπτέμβριο του 1945, αμέσως μετά τον πόλεμο, ο Ιταλός Αλτιέρο Σπινέλι, ο Αλμπέρ Καμί, ο Τζορτζ Οργουελ, ο Γάλλος φιλόσοφος Εμανουέλ Μουνιέ, ο Αμερικανός στοχαστής Λιούις Μάμφορντ και πολλοί πολλοί άλλοι συναντήθηκαν στο Παρίσι, στο πρώτο συνέδριο του Ευρωπαϊκού Ομοσπονδιακού Κινήματος.
Όλοι πίστευαν ότι μόνον στον χώρο της Ευρώπης ήταν πειστικές οι ιδέες του Διαφωτισμού, της συναδέλφωσης, της ειρήνης και της αλληλεγγύης. Ο Οργουελ έβλεπε τη «μεγάλη εικόνα… μιας κοινότητας στην οποία οι άνθρωποι θα είναι σχετικά ελεύθεροι και ευτυχισμένοι και όπου το κύριο κίνητρο για τη ζωή δεν θα είναι η επιδίωξη του χρήματος ή της ισχύος». Με άλλα λόγια, ο δημοκρατικός σοσιαλισμός, πιθανώς, θα μπορούσε να υπάρξει και να λειτουργήσει στη Δυτική Ευρώπη.
Ο Καμί, από την πλευρά του, πίστευε ότι: «… θα πρέπει να αγωνιστούμε και να φτιάξουμε επιτέλους την Ευρώπη όπου το Παρίσι, η Αθήνα, η Ρώμη, το Βερολίνο θα είναι οι κεντρικοί νευρώνες μιας Αυτοκρατορίας της μέσης οδού…» Θιασώτης της ευρωπαϊκής ενότητας, ο Καμί έκανε εκκλήσεις στράτευσης ενάντια στη νωπή ναζιστική βαρβαρότητα.
Η «Αυτοκρατορία της μέσης οδού» ―ένα ιδεώδες ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον αμερικανικό καπιταλισμό― ήταν μια πρόδρομη ιδέα του άλλου δρόμου που ονειρεύτηκαν πολλοί διανοούμενοι και πολιτικοί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο ‒που σκέφτονται πολλοί σήμερα στην Αριστερά και την Κεντροαριστερά‒ αλλά δεν ξέρουν πώς να την υλοποιήσουν. Βέβαια, μιλάμε για εποχή που τα λόγια είχαν μεγαλύτερη αξία από τις σφαίρες, και τα λόγια ήταν βοή.
Πολλά πήγαν στραβά. Το όραμα του Σπινέλι για μια οικονομία στην υπηρεσία των ανθρώπινων αναγκών μετατράπηκε στο αντίθετό του. Οπως το έθεσε ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ «η ενοποίηση μέσω της χρηματοπιστωτικής φιλελευθεροποίησης και της νομισματικής ένωσης παράγει πλούτο τον οποίο οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες δεν μπορούν να διαθέσουν και προβλήματα τα οποία δεν μπορούν να απαντήσουν, με συνέπεια να περιορίζεται η δύναμή τους και να υπονομεύεται η αξιοπιστία των θεσμών τους. Ο ευρωπαϊκός διεθνισμός, μη αποτελώντας πλέον πηγή ούτε πολιτικής ελευθερίας (όπως ήλπιζαν οι φιλελεύθεροι του 19ου αιώνα) ούτε κοινωνικής ευημερίας, απομακρύνθηκε από τις καταβολές του».
Γιατί τα θυμίζω όλα αυτά; Δεν έχω την αυταπάτη ότι η μορφή της Ε.Ε. μπορεί να αλλάξει, απλώς, «όταν λεμε κάτι γι’ αυτήν». Οσοι βλέπουν τη «μεγάλη εικόνα» και έχουν την αίσθηση του «μακρού χρόνου» της Ιστορίας, αντιλαμβάνονται ότι η Ε.Ε. φτάνει στο όριό της∙ πλησιάζει τη στιγμή του «σύντομου μύθου» της. Κατανοούν ότι το διεθνικό σπίτι δεν σώζεται με λόγια, ούτε καν με το «δημοκρατικό φαντασιακό» της. Διευρυνόμενη, υποβαθμίζεται σε τσόφλι θεσμισμένων δραματουργιών (σύνοδοι κορυφής, επίσημες συναντήσεις, Eurogroup κ.λπ.).
Η επίθεση στη «μεγάλη εικόνα» με συνθήματα «αλλάζουμε την Ευρώπη» ή «όχι στην Ευρώπη των μονοπωλίων», κ.λπ., δεν πιάνει. Αποσπά την προσοχή από τα συστημικά χαρακτηριστικά των κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών διαδικασιών που γεννούν και τρέφουν την «μεγάλη εικόνα». Και εννοώ τις μικροδιαδικασίες μιας καθαρά εθνικής –για να μην πω εθνοκεντρικής‒ παθογενούς ατμόσφαιρας που θα έπρεπε, πρώτη απ’ όλες, να έχει αλλάξει προκειμένου να επανεδραιωθεί η Ελλάδα –εάν μας αφορά‒ στην Ευρώπη, αλλά και να συμβάλλει στην αλλαγή της Ευρώπης.
Το προοδευτικό μέτωπο αλλά και η δυνητική αμφισβήτηση του αυτοθαυμασμού, του δεσποτισμού και της κοινωνικής ανισότητας που παράγει η Ευρώπη δεν γίνεται ούτε με οικογενειοκρατίες, ούτε με ευνοιοκρατίες, ούτε με κόμματα κηδεμόνες, ούτε –πολύ περισσότερο‒ με κριτήρια lifestyle όπου οι λίστες καταρτίζονται μέσω αναπαραστάσεων ιθαγενών πηγών «λίγο απ’ όλα». Ματαιώνουν εκ των προτέρων την ιδέα που θέλουν να υπηρετήσουν στην πολύ κρίσιμη φάση.
Αντίθετα, αυτές οι εθνικές επιλογές είναι που προκαλούν το ευρωπαϊκό παράδοξο: εφόσον η χαζοχαρούμενη ευρωπαϊκή ελίτ θεωρεί τον εαυτό της αυτάρκη απέναντι στις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου, αδυνατεί να δει στον καθρέφτη τον καθεστωτικό αναχρονισμό ο οποίος πλήττει τη δυναμική της όποιας ολοκλήρωσης υπόσχεται να θεραπεύσει. Η αποπολιτικοποίηση, λοιπόν, έργο της ίδιας της πολιτικής τάξης. Μήπως;
