Η συζήτηση που έχει ξεσπάσει για τις σχέσεις Κεντροαριστεράς και ΣΥΡΙΖΑ προφανώς έχει ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ αφήνει πίσω του την «παιδική ασθένεια του κομμουνισμού», τον αριστερισμό, που ζήσαμε στη ριζοσπαστική και «κινηματική» του περίοδο.
Υστερα, γιατί σε όλη την Ευρώπη έχει φουντώσει ο σχετικός διάλογος. Τα προβλήματα όμως εντοπίζονται στο ΠΩΣ γίνεται αυτός ο διάλογος. Ποια είναι δηλαδή η ορθή διαδικασία. Ας ξεκινήσουμε από το τι δεν πρέπει να γίνει. Για να μη βλέπει ο προοδευτικός κόσμος μόνο ίντριγκες.
Πρώτον: Ο τρόπος του διαλόγου δεν μπορεί να θυμίζει τις μεθόδους τού άλλοτε κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή εξατομικευμένες χρησιμοποιήσεις στελεχών. Αντίληψη διεμβολισμού και κατακερματισμού. Η τακτική αυτή έχει απολύτως βραχύβια κέρδη. Πολώνει και δεν διαμορφώνει συνθήκες συγκλίσεων με όρους κομμάτων και κοινωνίας.
Δεύτερον: Δεν μπορεί να στηρίζεται σε συλλογικά σχήματα που διαμεσολαβούν (αν… διαμεσολαβούν) ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα. Η αποτυχημένη περίπτωση των 58 στην εποχή της κινητικότητας ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και στη ΔΗΜΑΡ είναι χαρακτηριστική. Οσοι παριστάνουν τις «προξενήτρες» συνήθως ασχολούνται με τους προσωπικούς τους ρόλους. Συλλογικές κινήσεις έχουν νόημα μόνο όταν σηματοδοτούν όλες τις πλευρές ενός διαλόγου. Θα είχε -για παράδειγμα- ενδιαφέρον αν υπήρχε μια δημόσια παρέμβαση από στελέχη που κινούνται μέσα στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝ.ΑΛΛ. ή του Ποταμιού. Δεν έχει νόημα να ονομάζονται «γεφυροποιοί» κάποιοι που έχουν εγκατασταθεί στη μια όχθη και ρίχνουν «πέτρες» στην άλλη όχθη.
Τρίτον: Τα επίδικα μιας συνεννόησης δεν μπορεί παρά να είναι προγραμματικά και όχι τα παιχνίδια εξουσίας. Δηλαδή αν θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να κινηθεί προς τη σοσιαλδημοκρατία δεν έχει πάρα να προχωρήσει σε ένα συνέδριο αυτοπροσδιορισμού.
Ετσι και αλλιώς η «τρελή πορεία» αυτά τα χρόνια από την αντιμνημονιακή φάση μέχρι τα σημερινά φαινόμενα νεοφιλελεύθερης κυβερνητικής πολιτικής θέλουν αποκατάσταση στίγματος και κατεύθυνσης.
Ποια είναι συνεπώς η πραγματικά χρήσιμη αντίληψη;
Αντί για την αποθέωση της τακτικής και του διεμβολισμού είναι η ανοιχτή επικοινωνία ανάμεσα στα ίδια τα κόμματα. Οχι φυσικά ως προσχηματική αναδίπλωση μετά την επιχείρηση κατακερματισμού και υπονόμευσης του ΚΙΝ.ΑΛΛ. όπως βλέπουμε τώρα. Ούτε ως προπαγανδιστικός μηχανισμός. Αλλά με ειλικρινείς κινήσεις. Με σοβαρότητα.
Και για να συνεννοηθούμε, όπως είναι ατυχής η διατύπωση περί «στρατηγικής» ήττας του ΣΥΡΙΖΑ γιατί κατανοείται με ιδεολογικούς συμβολισμούς, άλλο τόσο ατυχής είναι η κυβερνητική εκφώνηση «Το ΚΙΝ.ΑΛΛ. δεν θα μπει στη Βουλή». Οπως επίσης είναι τελείως απαράδεκτη η εκστρατεία σπίλωσης και ποινικοποίησης ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου –του ΠΑΣΟΚ– με μοναδικό στόχο τις ψήφους και τους συσχετισμούς. Η εμπειρία τού 1989 δεν είναι τόσο μακρινή.
Το αν υπάρχουν δυνατότητες συνεννόησης ανάμεσα στα κόμματα το αναδεικνύει η ίδια η ζωή. Η προσέγγιση ΚΚΕ με ΕΑΡ, του ΣΥΝ με την ΑΚΟΑ, του ΠΑΣΟΚ με τη ΔΗΜΑΡ τα διαμορφώνουν οι πραγματικές συνθήκες της πολιτικής. Οι κοινές θέσεις και οι συμπτώσεις. Οι εξελίξεις και τα γεγονότα. Δεν γίνονται με παραγγέλματα και κόλπα εξουσίας. Οι σχέσεις συνεννόησης δημιουργούνται μέσα στα ρεύματα της κοινωνίας με ιστορικούς και πολιτικούς όρους. Σε χρόνους και στιγμές που ωριμάζουν οι συνθήκες μέσα από τις αντιπαραθέσεις μέσα από τα πραγματικά προβλήματα.
Σε κάθε περίπτωση, η σημερινή εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ που διαμορφώνει το κλίμα μιας τεχνητής πόλωσης, στην οποία περίπου βαφτίζει όλη τη Ν.Δ… ακροδεξιά και επιχειρεί να διαλύσει -ανεπιτυχώς- το ΚΙΝ.ΑΛΛ. είναι η λάθος κατεύθυνση.
Οι αληθινές γέφυρες απαιτούν σκληρή δουλειά και όχι το μοίρασμα θέσεων σε όσους προστρέχουν για συμπράξεις με προσωπικά ανταλλάγματα.
*μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας του Κινήματος Αλλαγής
