ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ειρήνη Χειλά*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον τελευταίο καιρό έχουν πληθύνει δημοσιεύματα που αναφέρονται στην εξωτερική πολιτική Τραμπ με κριτικό τρόπο. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι θεωρούν την πολιτική του αποσπασματική, αντιφατική και στερούμενη συνέπειας και συνέχειας.

Με το παρόν επιχειρείται μια συμβολή στη συζήτηση περί της τρέχουσας αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που επικεντρώνεται κυρίως σε ζητήματα ασφάλειας. Ευκαιρία δίνουν δύο σημαντικά γεγονότα.

Το πρώτο αφορά την επικαιροποίηση της Εκθεσης περί Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας και το δεύτερο την πρόσφατη Διάσκεψη για την Ασφάλεια, που έλαβε χώρα στο Μόναχο (16-18 Φεβρουαρίου).

Σε ό,τι αφορά το πρώτο, στις 17 Ιανουαρίου 2019 το αμερικανικό υπουργείο Αμυνας δημοσιοποίησε την Επιθεώρηση Βαλλιστικής Αμυνας (Missile Defense Review), που αποτελεί συνέχεια της Νέας Εθνικής Στρατηγικής Αμυνας και Ασφάλειας (του Δεκεμβρίου 2017) και οριοθετεί τις κατευθυντήριες αρχές της μελλοντικής πυρηνικής αμυντικής στρατηγικής των ΗΠΑ.

Το κείμενο αυτό στοχεύει στην εκτίμηση των απειλών που προέρχονται από την προωθημένη ανάπτυξη διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων από τη Βόρεια Κορέα, ικανών να απειλήσουν τις ΗΠΑ, από τη βελτίωση των βαλλιστικών πυραύλων μεσαίου και μικρού βεληνεκούς του Ιράν και την πιθανή χρήση υπερηχητικών όπλων και πυραύλων cruise. Εμφαση δίνεται στην αναζήτηση τρόπων και μέσων αντιμετώπισής τους, εσωτερικά και περιφερειακά.

Η Διάσκεψη του Μονάχου, που καθιερώθηκε το 1963, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, είναι μια συνάντηση διατλαντικού χαρακτήρα και αποσκοπούσε να διαδραματίσει ενωτικό ρόλο αναζητώντας λύσεις σε θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, όπως η ασφάλεια και η άμυνα του δυτικού κόσμου. Τα τελευταία χρόνια διευρύνθηκε η συμμετοχή και άλλων κρατών, περιλαμβανομένης της Ρωσίας.

Στην ημερήσια διάταξη της φετινής Διάσκεψης κυριαρχούσαν θέματα που αφορούσαν το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το παγκόσμιο εμπόριο και τη διεθνή ασφάλεια, τον έλεγχο των εξοπλισμών και τις συνέπειες της συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας και Ρωσίας. Ενα γενικότερο ζήτημα που απασχόλησε και απασχολεί είναι το ποιος θα είναι ο ρόλος των ΗΠΑ παγκοσμίως, εάν η πολιτική Τραμπ οδηγεί σε απομονωτισμό και κατά πόσο με αυτό διακυβεύεται η φιλελεύθερη δυτική τάξη στην οποία οι ΗΠΑ είχαν κυρίαρχο ρόλο μεταπολεμικά. Αν και τα ερωτήματα αυτά δύσκολα απαντώνται συνοπτικά, θα αποτολμήσουμε την κατάθεση ορισμένων σκέψεων.

Είναι γεγονός ότι η πολιτική Τραμπ ξεκινά από μια στενή αντίληψη των σχέσεων με άλλα κράτη, περιλαμβανομένων των συμμάχων στον ευρω-ατλαντικό χώρο («το ΝΑΤΟ είναι παρωχημένο», έλεγε), αμφισβήτηση φιλελεύθερων/γουιλσονικών αρχών που κυριάρχησαν στην αμερικανική εξωτερική πολιτική μεταπολεμικά, αποστασιοποίηση για τα ανθρώπινα δικαιώματα παγκοσμίως και προώθηση μιας μονομερούς αντίληψης για την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος έναντι του πολυμερισμού.

Οι δηλώσεις περί απόσυρσης των ΗΠΑ από τη NAFTA, από τη Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και από τη συμφωνία με το Ιράν για τα πυρηνικά αντανακλούν αυτή την πολιτική απομονωτισμού, μέσω της οποίας ο Αμερικανός πρόεδρος θα ήθελε να κάνει -σύμφωνα με τα λεγόμενά του- τις ΗΠΑ πάλι μεγάλη χώρα (Make America Great Again).

Στο επίπεδο των διεθνών οικονομικών σχέσεων, αμφισβήτησε τις μεταπολεμικές συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και επέβαλε δασμούς εναντίον φιλικών χωρών όπως ο Καναδάς και η Γερμανία. Tον περασμένο Δεκέμβριο ανακοίνωσε την απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία, γεγονός που οδήγησε και στην παραίτηση του υπουργού Αμυνας, Μάτις, ενώ είχε προηγηθεί η παραίτηση Μακμάστερ, συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, τον Απρίλιο του 2018, και η αντικατάστασή του από ένα πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του, τον Τζον Μπόλτον.

Οσο για την αναθεωρημένη Νέα Εθνική Στρατηγική Αμυνας και Ασφάλειας, η προεδρία Τραμπ δίνει έμφαση στον αυξανόμενο πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Η στρατηγική αυτή αναγνωρίζει ότι η Ρωσία και η Κίνα αποτελούν πρόκληση για το συμφέρον των ΗΠΑ σε επίπεδο ασφάλειας και ευημερίας.

Ενας από τους πυλώνες της Εθνικής Στρατηγικής είναι η διατήρηση της ειρήνης μέσω της ισχύος και, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Εκθεση, «θα ανταγωνιστούμε με όλα τα μέσα ώστε να διασφαλίσουμε ότι περιοχές του κόσμου δεν θα κυριαρχούνται από μια (εννοεί άλλη) δύναμη».

Στους κινδύνους και απειλές περιλαμβάνονται και οι προκλήσεις στο Διάστημα και στον κυβερνοχώρο. Οσον αφορά την προώθηση της επιρροής των ΗΠΑ παγκοσμίως, η Εκθεση αναφέρει ότι «ένας κόσμος που στηρίζει τα συμφέροντα των ΗΠΑ και αντανακλά τις αξίες μας καθιστά την Αμερική πιο ασφαλή και ευημερούσα».

Επιπρόσθετα, αναφέρεται η βοήθεια που παρέχουν οι ΗΠΑ σε αδύναμα και αναπτυσσόμενα κράτη ώστε αυτά να υποστηριχθούν οικονομικά και αμυντικά προκειμένου να συμβάλουν στην περιφερειακή ισορροπία, ασφάλεια και σταθερότητα. Η ανάσχεση της ρωσικής επιρροής σε οικονομικό και ενεργειακό επίπεδο στην Ευρώπη και την κεντρική Ασία αποτελούν προτεραιότητες της Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, όπως αποτυπώνεται στο έγγραφο της 17ης Δεκεμβρίου του 2017.

Προς τούτο η αναζήτηση περιφερειακών στρατηγικών διαχείρισης των απειλών και περιφερειακών εντάσεων μέσω συνεργειών με συμμαχικές χώρες στην Ευρώπη και αλλού λειτουργεί αποτρεπτικά σε ρωσική και κινεζική διείσδυση, ιδιαίτερα σε κράτη με αδύναμες δομές, διαφθορά, ριζοσπαστική ιδεολογία και οικονομική δυσκαμψία. Επιπλέον, η αναβάθμιση του πυρηνικού αμυντικού συστήματος της Ρωσίας και της Κίνας και βέβαια της Βόρειας Κορέας απασχολεί σοβαρά τους διαμορφωτές αποφάσεων.

Τι σημαίνουν αυτά για τη στάση των ΗΠΑ στον ευρω-ατλαντικό χώρο; Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι η παρουσία πολυπληθούς αμερικανικής αντιπροσωπείας στο Μόναχο ήθελε να δείξει το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τα τεκταινόμενα στον ευρω-ατλαντικό χώρο. Αλλά εάν είναι έτσι, επιτεύχθηκαν ή όχι συγκλίσεις σε φλέγοντα θέματα διεθνούς ασφάλειας;

Η επιμονή των ΗΠΑ για αποχώρηση των Ευρωπαίων από τη συμφωνία με το Ιράν και η έμφαση σε διμερείς συζητήσεις σχετικά «με μια πιο ισότιμη κατανομή υποχρεώσεων των μελών της Συμμαχίας»(1) δεν συνηγορούν σε κάτι τέτοιο.

Ποιος θα είναι ο κίνδυνος σε περίπτωση που οι διατλαντικές σχέσεις δοκιμαστούν περισσότερο στο μέλλον από μια εμμονική απρόβλεπτη πολιτική Τραμπ; Αυτό που επισημαίνουν αναλυτές είναι η δημιουργία κενού ισχύος, το οποίο τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα θα βρουν ευκαιρία να εκμεταλλευτούν.

Και μπορεί μεν τα Βαλκάνια, η Κεντρική Ευρώπη και η Βαλτική να αποτελούν για τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής αντιμετώπισης των απειλών, μέρος ενός παζλ που συνθέτει τη νέα αποτρεπτική στρατηγική, τι θα γίνει όμως με άλλα ζητήματα ανοικτά που ταλανίζουν τη διεθνή κοινωνία, όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν, η Συρία και άλλα;

Είναι προφανές ότι σε αυτά τα πλαίσια, πρωτοβουλίες όπως η υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών υποστηρίζουν την παραπάνω στρατηγική, καθώς σε τελική ανάλυση αναχαιτίζουν, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής αποτροπής, τη ρωσική διείσδυση στα δυτικά Βαλκάνια. Πού βρίσκεται η χώρα μας στο «κάδρο» αυτό; Το μέλλον θα δείξει με περισσότερη ακρίβεια. Πάντως ένα είναι βέβαιο.

Η εξωτερική πολιτική Τραμπ διαφέρει μεν από εκείνη του προκατόχου του, αλλά έχει συγκεκριμένο προσανατολισμό. Εάν βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα, ανταγωνιστική αντίληψη στις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, η Ελλάδα ανέκαθεν, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη ιστορικά να επιλέξει μεταξύ δύο αξιακών συστημάτων, επέλεξε εκείνο της Δύσης. Καλό θα ήταν να ανέπτυσσε ένα πλάνο Β για την περίπτωση που οι σχέσεις μεταξύ συμμάχων στο δυτικό μέτωπο χειροτερέψουν.

*Καθηγήτρια Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Παν/μιο, visiting scholar στο George Washington University

(1) whitehouse.gov, foreign policy.