Το Βερολίνο πριν από κάποια χρόνια ήταν μια πόλη όπου εύκολα μπορούσες να βρεις φτηνό σπίτι για να νοικιάσεις. Το Κρόιτσμπεργκ, για παράδειγμα, πριν από την πτώση του Τείχους ήταν η γειτονιά των μεταναστών, των καλλιτεχνών, των φοιτητών και των καταληψιών. Σήμερα, όλα έχουν αλλάξει. Οι εργάτες έφυγαν από την περιοχή και ήλθαν άλλοι, πιο πλούσιοι.
Παράλληλα καταγράφηκαν θεαματικές αυξήσεις στα ενοίκια. Σε αυτές τις εξελίξεις καταλυτικός ήταν ο ρόλος των «επενδυτών». Εμφανίστηκαν ξαφνικά αγοράζοντας άλλοτε μεμονωμένα ακίνητα και άλλοτε ολόκληρες πολυκατοικίες.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ γερμανικών ΜΜΕ, μια εταιρεία, η «Deutsche Wohnen», έχει στην κατοχή της 100.000 διαμερίσματα μόνο στο Βερολίνο. Επίσης, σύμφωνα με άλλα ρεπορτάζ, Ρώσοι ολιγάρχες τα ονόματα των οποίων βρίσκονται σε λίστες κυρώσεων που έχει επιβάλει η Ε.Ε. φέρονται να έχουν αγοράσει με τη βοήθεια μεσαζόντων ακίνητα-φιλέτα στη γερμανική πρωτεύουσα.
Αποτέλεσμα: Τα τελευταία επτά χρόνια τα ενοίκια στο Βερολίνο έχουν σχεδόν διπλασιαστεί.
Το εντυπωσιακό είναι ότι όλοι αυτοί οι «επενδυτές» ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι. Αγοράζουν. Διώχνουν τους παλιούς ενοικιαστές με πρόσχημα την «ανακαίνιση». Νοικιάζουν τα «αναβαθμισμένα» σπίτια με αυξημένα ενοίκια και με δεσμεύσεις από την πλευρά του ενοικιαστή που να παρακάμπτουν τους περιορισμούς της νομοθεσίας για τις εξώσεις.
Ανάλογες ιστορίες με «επενδυτές» που αγοράζουν μαζικά σπίτια, αυξήσεις ενοικίων και εξώσεις καταγράφονται πλέον σε όλη την Ευρώπη. Σύμφωνα με έκθεση της FEANTSA, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες έχει σημειωθεί δραστική αύξηση τόσο των αστέγων όσο και των δαπανών κατοικίας.
Στα κράτη με τους περισσότερους αστέγους συγκαταλέγονται η Μ. Βρετανία (αύξηση 169% στο διάστημα 2010-2016), η Ιρλανδία (+145% μεταξύ 2014 και 2017) και το Βέλγιο (αύξηση 96% από το 2008 έως το 2016).
Στη Γερμανία, το 2016 ο αριθμός των αστέγων και των ατόμων χωρίς κατοικία ανήλθε σε 860.000, σημειώνοντας αύξηση 150% στο διάστημα 2014-2016, ενώ τα μισά των φτωχών νοικοκυριών δαπανούν άνω του 40% του εισοδήματός τους για τα έξοδα κατοικίας.
Υπάρχουν μόνο δύο χώρες στις οποίες τα φτωχά νοικοκυριά επιβαρύνονται ακόμη περισσότερο από τα έξοδα κατοικίας – η Βουλγαρία και η Ελλάδα.
Και η Ελλάδα; Το δίχως άλλο η αγορά στέγης στη χώρα μας είναι πολύ πιο ευάλωτη από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Μπορεί οι επίσημες στατιστικές να εμφανίζουν το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη (κινείται άνω του 80%), αλλά αυτό είναι μία -από τις πολλές- μεθοδολογική στατιστική οφθαλμαπάτη.
Σήμερα, η αγορά στέγης έχει να αντιμετωπίσει μια πληθώρα προβλημάτων: «κόκκινα» δάνεια, κατασχέσεις λόγω οφειλών σε Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, αύξηση της ζήτησης εξαιτίας των μεταναστευτικών ροών και του τουρισμού, υπερφορολόγηση είναι μερικά από αυτά. Χιλιάδες μικροϊδιοκτήτες αναγκάζονται να βάλουν πωλητήριο. Η ποιοτική υποβάθμιση περιοχών έχει απαξιώσει χιλιάδες ιδιοκτησίες και έχει ρίξει τις αξίες σε εξευτελιστικά επίπεδα.
Ολα αυτά είναι η ορατή πλευρά του «παγόβουνου». Η άλλη, η αθέατη, αφορά τις αλλαγές που έχουν ήδη ξεκινήσει και εστιάζονται στον χαρακτήρα της ιδιοκτησίας.
Σήμερα, οι τράπεζες, το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία είτε είναι ιδιοκτήτες είτε ελέγχουν εκατοντάδες χιλιάδες ιδιοκτησίες.
Αργά ή γρήγορα θα ξεκινήσουν τις πωλήσεις ακινήτων σε πακέτα. Και τότε οι κάθε λογής «επενδυτές» θα βρίσκονται εκεί. Και το πρόβλημα θα γίνει ακόμα πιο οξύ όταν τα επιτόκια θα αρχίσουν να παίρνουν την ανηφόρα. Τότε στις ήδη μακροσκελείς λίστες τους θα προσθέσουν και χιλιάδες νέα ακίνητα. Ολα βορά στους… επενδυτές.
Κοντολογίς σήμερα συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για να υπάρξει -στο εγγύς μέλλον- έκρηξη στην αγορά στέγης. Υπάρχει τρόπος να αντιμετωπιστεί η διαφαινόμενη στεγαστική κρίση; Προφανώς υπάρχει, αλλά η πολιτεία φαίνεται ότι δεν έχει συνειδητοποιήσει την έκταση της απειλής και είναι απρόθυμη να βρει λύση για να ελέγξει τον τρόπο που δρουν οι «θεσμικοί επενδυτές». Δεν χρειάζεται να κάνει πολλά. Αρκεί να επιβάλει διαφάνεια και κανόνες.
Να θεσπίσει, για παράδειγμα, ένα πλαίσιο διατάξεων που θα επικεντρώνεται στο ποιοι είναι, ποιοι κρύβονται πίσω από τις «βιτρίνες» και από πού βρίσκουν τα λεφτά. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η FIU ασχολείται με υποθέσεις που σχετίζονται με το ξέπλυμα χρήματος το οποίο γίνεται με μαζικές αγορές ακινήτων.
Να θέσει κανόνες στην επενδυτική δομή, όπως για παράδειγμα την επιβολή πλαφόν -ως ποσοστό του ενεργητικού- στην αξία του χαρτοφυλακίου κατοικιών.
Μπορεί επίσης να παρέμβει στη νομοθεσία που αφορά τις εξώσεις καθορίζοντας διαδικασίες με βάση τη νομική υπόσταση του ιδιοκτήτη.
Ομως, προς το παρόν η πολιτεία παραμένει άπραγη και αδιάφορη. Ελάχιστοι αναφέρονται στο πρόβλημα και κανείς δεν είναι διατεθειμένος να το αντιμετωπίσει.
Τα κίνητρα ποικίλλουν. Αλλοι διότι αντιμετωπίζουν τη στέγη ως εμπόρευμα και άλλοι επειδή γνωρίζουν ότι τη στιγμή που θα ανοίξουν θέμα στέγης, θα αναγκαστούν να αντιμετωπίσουν τον πυρήνα των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει στους δανειστές. Και προφανώς δεν το θέλουν.
*δημοσιογράφος, συγγραφέας
