Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή αλλιώς ο αρχηγός του κράτους. Διορισμός του από τη Βουλή των Ελλήνων. Τρεις ψηφοφορίες κι αν δεν επιτευχθεί αποτέλεσμα ακολουθεί διάλυση της Βουλής και προκήρυξη εκλογών. Τη διαδικασία λίγο-πολύ τη γνωρίζουμε. Την είδαμε προσφάτως να εκτυλίσσεται. Αλλο μας προβληματίζει: όλη αυτή η κοινοβουλευτική και κυρίως πολιτική «αναστάτωση» -όπου γνωρίσαμε συγκρότηση ετερόκλητων «ιερών συμμαχιών», διασπάσεις ιστορικών συνεκτικών κομμάτων, ίντριγκες και υποψίες για εξαγορά συνειδήσεων- είναι συμβατή με την κατάληψη μιας πολιτειακής θέσης περισσότερο συμβολικής παρά ουσιαστικής;
Θα μου πείτε, βέβαια, ότι, παρά την «αποψιλωμένη» του δικαιοδοσία, ο Πρόεδρος κατά το Σύνταγμα διορίζει τον πρωθυπουργό και τα μέλη της κυβέρνησης, διαλύει τη Βουλή και φυσικά υπογράφει και εκδίδει ψηφισμένα απ’ τη Βουλή νομοσχέδια για να καταστούν νόμοι του κράτους. Με λίγα λόγια, ένας ανεύθυνος κατά το Σύνταγμα ανώτατος άρχοντας προσδίδει με την υπογραφή του κύρος, εξουσία και ευθύνη σε όργανα που έχει επιλέξει ο λαός.
Κάπως έτσι στη διάρκεια των χρόνων εφαρμογής των Μνημονίων, παρά τα δημοσιεύματα και τις καταγγελίες έγκριτων συνταγματολόγων για την αντισυνταγματικότητα πολλών εφαρμοστικών νόμων, βλέπαμε τον απερχόμενο Πρόεδρο να υπογράφει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, χωρίς ούτε μία αναπομπή, σαν να ήταν όλα σε απόλυτη νομική τάξη.
Βέβαια, ο ίδιος και οι υποστηρικτές του πιθανώς θα είχαν να αντιλέξουν πως λόγω του κατεπείγοντος, των ειδικών έκτακτων συνθηκών και του δημόσιου συμφέρονοντος (άλλη ταλαιπωρημένη έννοια), ήταν δικαιολογημένη η παράκαμψη του Κοινοβουλίου. Αντικειμενικά ωστόσο και ανεξάρτητα απ’ το πόσο καλοπροαίρετη ήταν η βούληση του τέως Προέδρου, το βέβαιο είναι ότι με τη στάση του διευκόλυνε μια συγκεκριμένη πολιτική και οικονομική αντίληψη η οποία οδήγησε στα γνωστά αδιέξοδα.
Ετσι, όταν τις τελευταίες μέρες ο Πρόεδρος έπαψε ουσιαστικά να ασκεί τα καθήκοντά του (άλλωστε με την αλλαγή της κυβέρνησης δεν υπήρξε νομοθετικό αντικείμενο), αισθανθήκαμε, έστω και προσωρινά, ανακούφιση που το Σύνταγμα θα πάψει να δοκιμάζεται, τουλάχιστον από τον κύριο θεματοφύλακα της τήρησης και φύλαξής του. Ταυτόχρονα και μέχρι την επίσημη ανάληψη καθηκόντων από τον νέο Πρόεδρο, η «ηχηρή» απουσία του απερχόμενου μας έκανε να νιώσουμε αυτό που ενώ αποτελεί κάτι σαν «πολιτειακό ταμπού» θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μέχρι και τη στήλη των «παραπολιτικών»: χρειάζεται αλήθεια να υπάρχει Πρόεδρος;
Και βέβαια μπορεί στις Βασιλευόμενες Δυτικές Δημοκρατίες τα ίδια ερωτήματα να τίθενται από πολίτες για τους «γαλαζοαίματους», όμως εκεί τουλάχιστον ο βασιλικός θεσμός υπηρετεί μια εθνική-πολιτειακή παράδοση αιώνων. Είναι κάτι σαν ένα λαμπερό δαπανηρό «φολκλόρ», όπως το δέντρο των Χριστουγέννων! Αλλά έστω και σε μια τέτοια βάση, υπάρχει «συναίνεση», μια γενική παραδοχή για έναν θεσμό που, προστατευμένος από κάθε απόπειρα φθοράς και αμφισβήτησης, κατοικοεδρεύει σ’ έναν πύργο γυάλινο, μακριά από μικροκομματικά και πολιτικά παιχνίδια. Εξάλλου η μη αμφισβήτηση είναι εξασφαλισμένη, αφού τα κόμματα που τον στηρίζουν έχουν ορκιστεί ισόβια πίστη κι αφοσίωση.
Στη δική μας περίπτωση της Προεδρευόμενης Δημοκρατίας, τα πράγματα, από έναν στενά κομματικό βασιλικό θεσμό του παρελθόντος, πέρασαν απέναντι σε έναν «λαϊκό» Πρόεδρο που συνήθως εκλέγεται μέσα από το υπάρχον ή προϋπάρξαν πολιτικό προσωπικό. Ολα τα πρόσωπα που κατά καιρούς κατέλαβαν το ύπατο αξίωμα, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, είτε κάποιοι εξ αυτών θεώρησαν την προώθησή τους στον ανώτατο θώκο μια φυσική «πολιτική προαγωγή», είτε είχαν φροντίσει να αποστασιοποιηθούν από την ασκούμενη πολιτική του χώρου τους, είτε είχαν αποτύχει ως επίδοξοι αρχηγοί κομμάτων. Και στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις η «δεξαμενή» των μελλοντικών υποψήφιων Προέδρων δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως «αρδεύει» εθνικές αναγκαιότητες, όπως θα ‘θελε ο κόσμος. Εξυπηρετεί μόνο σκοπιμότητες. Αναπόφευκτα λοιπόν εγείρονται πλείστα ερωτήματα σε σχέση με το πρόσωπο κάθε φορά του υποψηφίου, τη δικαιολογημένη αγωνία για το πώς θα λειτουργήσει και, το κυριότερο, πώς θα προχωρήσει η «συγκατοίκηση», μιας και, όπως τελευταία συνηθίζεται, προτείνεται ως Πρόεδρος πρόσωπο από αντίθετη παράταξη, άλλοτε για να εκφράσει την εθνική ενότητα κι άλλοτε για να «αδειάσει» ο προτείνων τον πολιτικό του αντίπαλο.
Με την ευκαιρία της εξαγγελθείσης συνταγματικής αναθεώρησης, νομίζουμε είναι καιρός να υπάρξει μια διορθωτική παρέμβαση. Η νέα κυβέρνηση δεν δικαιούται να διατηρεί θεσμούς που βρίσκονται σε αμφισβήτηση. Οφείλει να αποτολμά να αναμετριέται με την Ιστορία, να αφήνει πίσω τα καθιερωμένα και να ανοίγει καινούργιους δρόμους, προτού οι θεσμοί μετά την αμφισβήτηση καταλήξουν σε σιωπηρή απόρριψη.
Και επειδή δεν τολμούμε να μιλήσουμε για κατάργηση ενός παγιωμένου καθεστώτος (θα πέσει φωτιά να μας κάψει!), ούτε για αναβάθμιση του ρόλου του από τη Βουλή (λόγω του κινδύνου σκόπιμων υπερεξουσιών), ίσως μια ασφαλιστική δικλίδα θα ήταν η προσφυγή στον λαό για την άμεση εκλογή του. Πιθανόν με τον τρόπο αυτό να επανασυνδεθεί η λαϊκή βούληση με την αντίστοιχη του 1975 που κατάργησε τη Βασιλευόμενη και εγκαθίδρυσε την Προεδρευόμενη Δημοκρατία, ή έστω να διαφυλαχθεί ο θεσμός από την παραπέρα απαξίωσή του.
* ασκούμενη δικηγόρος
