Πώς γίνεται δύο νέοι άνθρωποι να σκοτώνουν τόσο εύκολα, αναίτια, αδίστακτα και απάνθρωπα –εδώ η λέξη μεταφέρει όλη τη σημασία και τη βαρύτητά της– έναν συνάνθρωπό τους, συνομήλικο ή όχι, δεν έχει σημασία… Πού μεγάλωσαν; Τι έμαθαν στο σπίτι τους, ποιοι ήταν οι γονείς τους, τι έβλεπαν στη γειτονιά τους και τι διδάχθηκαν στο σχολείο τους;
Είχαν όνειρα τάχα και, αν είχαν στ’ αλήθεια, ποια ήταν; Τα έβλεπαν στον ύπνο τους ή με τα μάτια ανοιχτά; Ηταν όνειρα σπαρμένα βία, εξουσία και επιβολή; Ηταν όνειρα πνιγμένα στο χρήμα και στο αίμα; Υπήρχε κάποια φωνή που τους υπαγόρευε «Χτύπα, βίασε και σκότωσε!»;
Και οι γυναίκες; Πώς έβλεπαν τις γυναίκες; Σαν κατώτερα όντα που τα χρησιμοποιούμε κι ύστερα τα πετάμε; Σαν πλάσματα που πατάμε και εκδικούμαστε πάνω τους τη μισερή ζωή μας; Μήπως αυτοί οι άλκιμοι ήταν μικροί θεοί που ήθελαν ανθρωποθυσίες; Ή ήταν απλώς θλιβεροί ήρωες του παρόντος μας;
Ποιος ξέρει πώς ήταν οι μέρες τους… Είχαν αγαπήσει ποτέ κάποιον ή κάτι; Κι αυτούς; Αυτούς τους είχε αγαπήσει κανένας; Πώς έβλεπαν, αλήθεια, τον εαυτό τους στον καθρέφτη; Τι χρώμα είχαν τα μάτια τους, τι γεύση το αγαπημένο τους φαγητό, το σχήμα του προσώπου τους ποιο ήταν;
Η μέρα τους ξημέρωνε πάντα και έπεφτε η νύχτα τους στην ώρα της; Είχαν δει ποτέ τη θάλασσα του δειλινού και της αυγής το αστέρι; Τους άγγιξε κάποια φορά του πρωινού η ψύχρα; Κι ύστερα χάρηκαν μακριά τον ήλιο ν’ ανατέλλει; Θυμήθηκαν ορίζοντες και μακρινά ταξίδια;
Και τώρα, γιατί αυτό το λυρικό ξέσπασμα; Συγγνώμη, κάποια ανόητη, παλιά αναπηρία… Γιατί χρησιμοποιώ παρελθοντικούς χρόνους; Μα, ήταν νεκροί αυτοί οι νέοι…
