Είχα την τύχη και τη χαρά να είμαι επιστήθιος φίλος με τον Γιώργο Σκούρτη και τη Λούλα Αναγνωστάκη, καλός φίλος με τον Κώστα Μουρσελά και καλός γνωστός με τον Παύλο Μάτεσι. Οι τέσσερις αυτοί κι ο Ιάκωβος Καμπανέλλης είναι απ’ τους μεγάλους συγγραφείς στυλοβάτες του μεταπολεμικού ελληνικού θεάτρου.
Δεν είναι κριτική αποτίμηση αυτό, ίσως κάνω λάθος. Είμαι μυθιστοριογράφος, όχι θεατρολόγος.
Όμως προχθές, στην κηδεία του Γιώργου Σκούρτη, οι παρευρεθέντες όλοι διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι βασικοί θεατρικοί κρατικοί φορείς δεν είχαν στείλει ούτε καν ένα στεφάνι.
Το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Βορείου Ελλάδος, το Φεστιβάλ Αθηνών. Δεν έχει σημασία ποιοι προΐστανται σήμερα στους εν λόγω επιχορηγούμενους από το κράτος φορείς. Ούτε ποια είναι η καλλιτεχνική αξία των διευθυντών τους ούτε αν, ως δημιουργοί οι ίδιοι, μπορούν να συγκριθούν, θεωρητικώς, με τον Γιώργο Σκούρτη.
Σημασία έχει η απουσία και το εφιαλτικό της μήνυμα. Το αν συμπαθούσαν ή όχι τον Σκούρτη, αν τους άρεσαν τα έργα του, δεν ενδιαφέρει. Ως πρόσωπα έχουν δικαίωμα σε οποιαδήποτε στάση, ως προϊστάμενοι φορέων έχουν υποχρέωση να τιμούν τους κορυφαίους της νεοελληνικής δραματουργίας. Και να μην προκαλούν θλίψη με τις παραλείψεις τους.
Το ίδιο ισχύει και για τα ιδιωτικά θέατρα. Πού ήταν το Θέατρο Τέχνης και το Νέο Ελληνικό Θέατρο; Πού ήταν οι ηθοποιοί των έργων του;
Αλλά κι ο χώρος του βιβλίου έκανε πάταγο με την εκκωφαντική απουσία του. Συγγραφείς δεν ήμασταν πολλοί, κι οι δυο βασικοί εκδότες του Γιώργου Σκούρτη, Κέδρος και Καστανιώτης, δεν έστειλαν ούτε στεφάνι ούτε εκπρόσωπο!
Μένει ενεός κάποιος απ’ την ακατανόητη και θλιβερή επιλογή τους αυτή. Πόσω μάλλον, όταν ο Σκούρτης με την επιτυχία των βιβλίων του συνέβαλε τα μάλα στην ευημερία των εν λόγω εκδοτικών.
Γιατί, λοιπόν, αυτή η απουσία; Πώς είναι δυνατόν; Τι συνέβη στην ψυχή τους; Τόσο πολύ έχουμε αλλάξει όλοι τελικά, ξεχνώντας φιλίες χρόνων και υποτιμώντας την ίδια μας τη ζωή; Τότε γιατί γράφουμε και γιατί εκδίδουμε βιβλία; Τι ήθος ποιούμε και τι ήθος προβάλλουμε; Πού ‘ναι ο αυτοσεβασμός μας κι η περηφάνια που επιβάλλει να παραμερίζουμε τις ίδιες μας τις μικρότητες; Γιατί σκύβουμε με τόσο πάθος πάνω από κάθε σελίδα που γράφουμε ή τυπώνουμε; Γιατί πάσχουμε, γιατί υπάρχουμε, εν τέλει;
Όποιος τιμάει, τιμάει πρωτίστως τον εαυτό του, βέβαια, γιατί για τους άξιους τιμής, ζωντανούς ή πεθαμένους, τίποτα δεν αλλάζει, τιμήσουν δεν τους τιμήσουν, και το ξέρουν και οι δυο πλευρές, αλλά τα ερωτήματα, που μπορούν φυσικά να διατυπωθούν και με άλλο τρόπο, παραμένουν:
Τι έχει συμβεί, ω φίλοι φίλτατοι, στην ψυχή μας; Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί κι εμείς δεν θέλουμε να τους διώξουμε;
