ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ακρίτας Καϊδατζής*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα πολιτικό κόμμα που καταθέτει πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος επιδιώκει να αλλάξει τους κανόνες λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Δηλαδή τους κανόνες του παιχνιδιού. Κανένα κόμμα δεν μπορεί να το πετύχει αυτό από μόνο του. Γιατί χρειάζονται 180 βουλευτές. Είτε στην πρώτη φάση, στη Βουλή, όπου κατατίθεται η πρόταση, είτε στη δεύτερη φάση, στην αναθεωρητική Βουλή, που προκύπτει μετά τις εκλογές.

Οι βουλευτές ψηφίζουν για κάθε άρθρο ξεχωριστά. Εάν ένα άρθρο υπερψηφιστεί από λιγότερους από 151, δεν αναθεωρείται. Εάν υπερψηφιστεί στην πρώτη φάση από 151 ή περισσότερους (έως 179), τότε στην επόμενη Βουλή θα χρειαστούν τουλάχιστον 180 βουλευτές για να αναθεωρηθεί. Αν υπερψηφιστεί στην πρώτη φάση από 180 ή περισσότερους, τότε στην επόμενη θα αρκούν 151 βουλευτές. Σκοπός αυτής της θεσμικής αριθμητικής είναι καμία πολιτική δύναμη να μην μπορεί να αναθεωρήσει το Σύνταγμα από μόνη της. Γιατί, είπαμε, το Σύνταγμα είναι οι κανόνες του παιχνιδιού. Δεν μπορεί να αλλάζουν μονομερώς από έναν παίκτη.

Στην πραγματικότητα κάθε πρόταση αναθεώρησης είναι μια πρόσκληση προς τις υπόλοιπες κοινοβουλευτικές δυνάμεις. Με αυτήν ένα κόμμα δεν επιδιώκει να εφαρμόσει το πολιτικό του πρόγραμμα – αυτό το κάνει φέρνοντας νόμους για ψήφιση στη Βουλή. Με την πρόταση αναθεώρησης επιδιώκει να προσελκύσει άλλα κόμματα σε ένα κοινά αποδεκτό σχέδιο για το πολίτευμα και τη λειτουργία του.

Αν έχουμε αυτό κατά νου, μπορούμε να βγάλουμε δύο χρήσιμα συμπεράσματα.

Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι κατά την εσωτερική λογική της ίδιας της αναθεωρητικής διαδικασίας, καλή πρόταση είναι αυτή που αποφεύγει τον πειρασμό του μαξιμαλισμού («να τ’ αλλάξουμε όλα και να τ’ αλλάξουμε τώρα») και του βολονταρισμού («πρέπει ν’ αλλάξει επειδή θέλουμε ν’ αλλάξει»). Που είναι ανοιχτή στον διάλογο. Που δεν αποκλείει. Που δεν περιέχει προτάσεις εκτός συζήτησης για την άλλη πλευρά, προτάσεις deal breaker που αποκλείουν εκ προοιμίου τη συμφωνία. Μια πρόταση αναθεώρησης είναι μια άσκηση ρεαλισμού και ένα παιχνίδι συμβιβασμών: μέχρι πόσο με παίρνει να υπαναχωρήσω από το ιδανικό για μένα, προκειμένου να πετύχω το αποδεκτό και από άλλους;

Αυτό μας φέρνει στο δεύτερο, και ευρύτερο, συμπέρασμα. Με την αναθεώρηση δεν επιδιώκουμε να φτιάξουμε το τέλειο Σύνταγμα. Τέλειο Σύνταγμα δεν υπάρχει, αφού δεν συμφωνούμε όλοι στο τι μπορεί να είναι αυτό. Σύνταγμα μπορεί να γίνει μόνο το πολιτικά εφικτό, αυτό στο οποίο μπορεί να συμφωνήσει το πολιτικό σύστημα. Κι αυτό γίνεται μόνο με αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Ηδη από την πρόταση που κατατίθεται. Η οποία μπορεί να απέχει πολύ απ’ αυτό που θεωρούμε ιδανικό και να φαίνεται λίγη, άτολμη ή μίζερη. Ομως δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά.

*Επίκ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, γενικός γραμματέας της κυβέρνησης