ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από μερικές μέρες τα ρεπορτάζ έγραφαν για την πρόθεση των φορολογικών αρχών να καταργήσουν τις συναλλαγές με μετρητά, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τη φοροδιαφυγή. Συχνά-πυκνά άλλα ρεπορτάζ έκαναν λόγο για τις «επιτυχίες» των ελεγκτικών υπηρεσιών στον αγώνα κατά της φοροδιαφυγής με τον εντοπισμό ταβερνιάρηδων, υδραυλικών, ηλεκτρολόγων, μικρεμπόρων και άλλων συναφών επαγγελματιών.

Αν προσπαθούσε κάποιος να συγκεντρώσει σε έναν τόμο όλες τις πληροφορίες που έχουν δημοσιευτεί για τον «αγώνα κατά της φοροδιαφυγής», θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η ρίζα του κακού βρίσκεται στον άνθρωπο της διπλανής μας πόρτας καθώς αυτός είναι η αιτία όλων των δημοσιονομικών δεινών που περνά αυτή η χώρα.

Με βάση αυτήν τη διαπίστωση, θα μπορούσε να πει κανείς ότι νομιμοποιείται η πολιτική της λιτότητας που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια, η οποία έχει γονατίσει περίπου τα δύο τρίτα των Ελλήνων. Βολικό συμπέρασμα αλλά το δίχως άλλο καθόλου πρωτότυπο.

Ολες οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο έψαχναν ανέκαθεν για εύκολους ενόχους ή, για να το πούμε πιο απλά, για ενόχους που δεν είχαν τα μέσα και τον τρόπο να αντιμετωπίσουν τις κατηγορίες που τους φορτώνουν κατά καιρούς οι διάφορες ηγεσίες. Και αυτό γίνεται ιδιαίτερα έκδηλο στην περίπτωση της φορολογίας.

Το δίχως άλλο είναι πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμο να φορτώνεις την ευθύνη στον ταβερνιάρη της Νάξου παρά στον «Χ» επώνυμο πλούσιο ο οποίος έχει την οικονομική δυνατότητα να αγοράζει την «τεχνογνωσία» της φοροδιαφυγής και να πληρώνει δεκάδες «ειδικούς» για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες αν κάτι στον δρόμο στραβώσει.

Αυτή η επιλεκτική «δικαιοσύνη» φωτίστηκε ακόμα περισσότερο από τις αποκαλύψεις των Paradise Papers, των Panama Papers και των LuxLeaks καθώς με αυτές έγινε φανερό ότι η φορολογική δικαιοσύνη είναι… αλλήθωρη. Στο εξομολογητικό βιβλίο του «Lucifer’s Banker» ο Bradley Birkenfeld, πρώην διαχειριστής περιουσίας της UBS, περιγράφει ανάμεσα στα άλλα τα χαρακτηριστικά της βιομηχανίας φορολογικής απόδρασης των πλουσίων.

Συνεργαζόμενος με τους Αμερικανούς ερευνητές, ο Birkenfeld περιέγραψε μια κουλτούρα εξαπάτησης, η οποία παρέκαμπτε τους νόμους πολλών χωρών και τους κανονισμούς της ίδιας της τράπεζας, χρησιμοποιώντας κρυπτογραφημένους υπολογιστές και υπεράκτιες εταιρείες-κελύφη και καταπιστεύματα (trusts). Ο Birkenfeld ισχυρίστηκε ότι η UBS, επιδιώκοντας να κάνει προόδους με «άτομα υψηλής αξίας» -επιχειρηματίες της Silicon Valley, Ρώσους ολιγάρχες, Σαουδάραβες πρίγκιπες, Κινέζους βιομηχανικούς μεγιστάνες- χρηματοδοτούσε εκδηλώσεις δημοφιλείς στις παγκόσμιες οικονομικές ελίτ, όπως τον ιστιοπλοϊκό αγώνα America’s Cup και το φεστιβάλ Art Basel στο Μαϊάμι.

Οι πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας από τις έρευνες που έκανε η Διεθνής Κοινοπραξία Ερευνητικών Δημοσιογράφων (International Consortium of Investigative Journalists) αποκάλυψαν ότι ανάμεσα σε αυτούς που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες της βιομηχανίας «φορολογικής απόδρασης» βρίσκονται και αρκετοί συμπατριώτες μας.

Ανθρωποι που είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν τις μεγάλες αμοιβές που χρεώνουν οι «τεχνοκράτες» της βιομηχανίας αυτής προκειμένου να οργανώσουν και να πετύχουν την «απόδραση» σε ένα «ασφαλές» καταφύγιο όπου δεν θα κινδύνευαν να μετατραπούν σε λεία των συνταξιούχων των 600 ευρώ που με αγωνία περιμένουν να ακούσουν τις αποφάσεις του Eurogroup. Και εδώ προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: Πόσοι Ελληνες είναι σε θέση να πληρώνουν για να απολαμβάνουν τις υπηρεσίες αυτές και πόσοι από αυτούς τις έχουν ήδη αξιοποιήσει;

Από αυτά που είναι γνωστά, οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν δώσει πληροφορίες για το αν τους έχει απασχολήσει το ερώτημα αυτό, καθώς και για το αν έχουν κάνει κάτι για να δώσουν απαντήσεις. Σίγουρα το να γυρνάς την Ελλάδα από την μια άκρη της μέχρι την άλλη για να ανακαλύψεις τον ταβερνιάρη που δεν κόβει αποδείξεις, είναι μία χρονοβόρα δραστηριότητα.

Επίσης το κυνήγι των «υδραυλικών» έχει υψηλό κόστος τόσο σε έμψυχο δυναμικό όσο και σε χρόνο. Είναι λοιπόν πολύ πιθανόν το ενδιαφέρον να έχει πέσει σε πιο ρεαλιστικούς στόχους, όπως για παράδειγμα στον συνταξιούχο που έχει μια καλύβα σε ένα ακριτικό νησί του Αιγαίου και που ο εγγονός του τον συμβούλευσε να τη νοικιάσει μέσω της Airbnb ή ακόμα να υποχρεώσει τον ηλεκτρολόγο να πληρώνεται με κάρτα ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού.

Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι μία μεθοδευμένη προσπάθεια αναδιανομής εισοδήματος και περιουσίας που βασίζεται στην αρχή του κόστους της τεχνογνωσίας της «φορολογικής διαχείρισης». Οσο πιο ακριβή γίνεται η παροχή υπηρεσιών «φορολογικής τεχνογνωσίας» τόσο περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να την αποκτήσουν και στο τέλος καταλήγει προνόμιο των λίγων και εκλεκτών.

Οι μεν θα υφίστανται το βάρος της φορολογίας υπό τη μόνιμη απειλή των κατασχέσεων, των πλειστηριασμών και της φυλάκισης και οι δε θα απολαμβάνουν τους καρπούς των χρημάτων τους και τα δώρα του φορολογικού παραδείσου τους. Σαν να λέμε, κάποιοι με τον παρά τους εξασφάλισαν τη «χρυσή βίζα» στη χώρα της φορολογικής λήθης αφήνοντας πίσω τούς πολλούς να τραβάνε το κουπί παρακαλώντας για… ψίχουλα.

* δημοσιογράφος, συγγραφέας