Η έννοια της παράγκας ξεκίνησε αρκετά χρόνια πριν από το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα. Υποδήλωνε έναν μηχανισμό που ευνοούσε συγκεκριμένα άτομα από την ομάδα, συνήθως αυτά που είχαν κάποια σχέση με τα οπαδικά ή κυρίως τα οικονομικά.
Ωστόσο με τα χρόνια η έννοια της παράγκας ξεχείλωνε, για να περιλάβει και άλλες καταστάσεις, ώσπου έφτασε να ξεπεράσει τα ελληνικά, ακόμα και τα ευρωπαϊκά σύνορα, και ως θύμα της παγκοσμιοποίησης (που ήταν τότε της μόδας, τώρα πια όχι) να επεκταθεί σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αρκετά κόμματα παραγκοποιήθηκαν – λ.χ. η Ν.Δ. έγινε κόμμα που προωθούσε τα αυθαίρετα (που ονομάζονταν παράγκες) και κατόπιν δημιούργησε και παραγκοποιημένες μονταζιέρες.
Πρότυπο παραγκοποιημένης πόλης είναι το Ηράκλειο Κρήτης, όπου το ποσοστό των χωρίς άδεια και των αυθαίρετων οικοδομών σε σχέση με τον συνολικό τους αριθμό είναι ιδιαίτερα μεγάλο.
Παράγκα έγινε και το κόμμα των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ και οι Τόρις στην Αγγλία, με τα καμώματα του τέως υπουργού Εξωτερικών τους, Τζόνσον.
Μετά παραγκοποιήθηκαν τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι, τόσο εδώ όσο και διεθνώς.
Ασχετοι με μεγάλη οικονομική επιφάνεια ανέλαβαν ΜΜΕ (λ.χ. ο Τζεφ Μπέζος, ιδιοκτήτης της εφημερίδας Washington Post αλλά και της Amazon), ενώ πολλοί δημοσιογράφοι μετατράπηκαν (ιδίως αρκετοί στην Ελλάδα της λιτότητας) σε Press (Τύπος)+prostitutes(πόρνες) ή Presstitutes, ΝΕΑ λέξη που θα πρέπει να ενσωματωθεί στα παγκόσμια δημοσιογραφικά χρονικά.
Ακολούθησαν οι πολυεθνικές, κυρίως οι μεγάλες τράπεζες, που σε συνεργασία με τους ήδη παραγκοποιημένους οίκους (αν)αξιολόγησης και το παραγκοποιημένο ΔΝΤ –με τις ατέλειωτα λαθεμένες δήθεν οικονομικές εκτιμήσεις– παίζουν ξεκάθαρα πολιτικά παιχνίδια (λ.χ. η Ελλάδα και εντελώς πρόσφατα η Αργεντινή και πιθανόν η Τουρκία).
Οι διάφοροι μισθοφορικοί στρατοί τύπου ISIS και Τζάμπατ αλ Νούσρα που υποτίθεται ότι μάχονται για το Ισλάμ είναι η πρότυπη παράγκα που εκτελεί θελήματα για λογαριασμό άλλων (κυβερνήσεων) –αρκεί κάποιος να μάθει από πού χρηματοδοτούνται– σε συνδυασμό με τα λεγόμενα social media, που δεν έχουν καμία σχέση με την υποστήριξη της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά είναι μηχανισμοί επιτήρησης και λογοκρισίας, όπως έδειξαν εντελώς πρόσφατες εξελίξεις.
Τα περισσότερα από τα παραπάνω δεν θα υπήρχαν αν τα ίδια τα ακροατήρια –αναγνώστες, τηλεθεατές, ακροατές, χρήστες του διαδικτύου– δεν είχαν ήδη παραγκοποιηθεί, καταπίνοντας όποια σαχλαμάρα και ανοησία και βλακεία πασάρουν στα ακροατήρια οι Presstitutes. Πεδίο δόξας λαμπρό για τις παγκοσμιοποιημένες παράγκες, όσο υπάρχει αυτή η κατάποση.
