Η επικοινωνία συνιστά καταστατικό στοιχείο της πολιτικής και την ίδια στιγμή αντανακλά το περιεχόμενο της πολιτικής. Από τις πρώτες ημέρες η νέα κυβέρνηση προχώρησε σε σειρά συμβολικών κινήσεων που ομολογούν την επιτυχημένη αναμόχλευση του συλλογικού φαντασιακού.
Ενας νέος επικοινωνιακός προσανατολισμός δεν μπορεί, ωστόσο, να εξαντλείται σε συμβολισμούς που είναι χρήσιμοι οιωνοί της αλλαγής ούτε και να χρησιμοποιείται εργαλειακά, όπως συνέβη τα προηγούμενα χρόνια, αποσκοπώντας στη χειραγώγηση της γνώμης. Η επικοινωνία της επόμενης μέρας έχει να λύσει ένα δύσκολο σταυρόλεξο: πρέπει να είναι δύναμη απελευθερωτική, πλουραλιστική και κριτική, και ταυτόχρονα συγκεντρωτική, να συντονίζει και να αναδεικνύει τις κεντρικές πολιτικές επιλογές τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό.
Η νέα κυβέρνηση έχει δηλώσει την πρόθεσή της να επιφέρει αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης του ραδιοτηλεοπτικού τομέα, να επαναφέρει το ζήτημα των αδειοδοτήσεων των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων και να καθορίσει ένα πλαίσιο διαφάνειας στην κρατική διαφήμιση και την κρατική αιμοδοσία εκδοτικών επιχειρήσεων. Η ρύθμιση των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων και η οικοδόμηση μιας νέας και πολιτικά αδέσμευτης ρυθμιστικής αρχής πρέπει να είναι πράγματι οι πρώτοι στόχοι στην αναδιαμόρφωση του τοπίου της δημοσιότητας.
Ωστόσο ο μετασχηματισμός της δημόσιας σφαίρας δεν πρέπει να σταματήσει εκεί. Η πολιτική δημοσιότητα παρέμεινε, στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, το πεδίο συμβολικής κυριαρχίας των δυνάμεων του παλαιού δικομματισμού, μέσω μιας ατζέντας προβλημάτων και ερμηνειών που δεν ήταν κοινωνιοκεντρική, αλλά κομματοκεντρική και κρατοκεντρική και εμπεριείχε τη μιντιακή εκδοχή των κοινωνικών προβλημάτων.
Η δημοσιότητα στοιχειώθηκε από την ομηρία της πολιτικής από τα ΜΜΕ, συνθήκη που ομολογούσε τόσο την πρόσδεση των πολιτικών κομμάτων στην επικοινωνία όσο και το περίκλειστο σύστημα εξουσίας που είχε διακόψει γέφυρες με το κοινωνικό και που ήταν σε έναν μεγάλο βαθμό αδιαφανές σε όλες τις εκφράσεις του. Η νέα κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να αλλάξει την πολιτική δημοσιότητα όχι μόνο θεσμικά, αλλά να επαναπροσδιορίσει την ίδια τη χρήση της επικοινωνίας ώστε να συμβάλει στη συνέχεια στην ποιοτική μετατόπιση του περιεχομένου της.
Θα περιγράψουμε σε λίγα σημεία τη σημασία αυτής της δυναμικής.
1. Επικοινωνιακός πλουραλισμός. Το πεδίο της ενημέρωσης μπορεί να επαναπροσδιοριστεί στη βάση της αρχής της ελεύθερης πρόσβασης, του πλουραλισμού και των πολλαπλών εναλλακτικών. Ενας δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός τομέας ποιοτικά κυρίαρχος στον τομέα της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας είναι δυνατός όπως διδάσκουν και ευρωπαϊκά παραδείγματα.
Η ανόθευτη ερευνητική δημοσιογραφία, η διεθνοποίηση της ενημέρωσης και το άνοιγμα στη θεσμικά οργανωμένη κοινωνία αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία πολιτών είναι ορισμένες μόνο κατευθύνσεις. Πλουραλιστική και διαφανής πρέπει να είναι και η λειτουργία του καναλιού της Βουλής, το οποίο μπορεί να συμβάλλει στην ανάδειξη της νομοθετικής ουσίας του κοινοβουλευτικού έργου.
2. Επί-κοινωνιακός αντικατοπτρισμός. Η επικοινωνία πρέπει να επαναφέρει στο προσκήνιο την κοινωνία, τις συμμετοχικές διαδικασίες, να ξαναβρεί το νήμα της λογοδοσίας και της ανάδειξης της ουσίας των κοινωνικών προβλημάτων. Οχι όμως λογοδοσία στα τηλεοπτικά παράθυρα.
Οι υπουργοί λογοδοτούν στην κοινωνία, γι΄ αυτό και πρέπει να βρεθούν νέες πλατφόρμες άμεσης και αδιαμεσολάβητης επικοινωνίας μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Οι νέες τεχνολογίες έχουν ρόλο στην κατεύθυνση αυτή. Το διαδίκτυο παρουσιάζει ορισμένα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά που μπορούν να το καταστήσουν μέσο ανάδυσης μιας εναλλακτικής ατζέντας. Υπάρχουν, ωστόσο, παραδείγματα στην τοπική αυτοδιοίκηση που εμπνέουν νέες μορφές επικοινωνίας.
3. Επικοινωνιακός συντονισμός. Τα πολλαπλά μέτωπα που έχει ήδη ανοίξει η νέα κυβέρνηση τόσο στο εξωτερικό, με τις διαπραγματεύσεις, όσο και στο εσωτερικό, με τις πολλαπλές μεταρρυθμίσεις, η συνθετότητα των ενεργειών της αλλά και ο πολυσυλλεκτικός χαρακτήρας της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ απαιτούν και επιβάλλουν έναν επικοινωνιακό συντονισμό, αν όχι συγκεντρωτισμό, που θα συνοψίζει και θα αναδεικνύει τις κεντρικές οργανωτικές γραμμές. Η επαναφορά του briefing είναι κομβικής σημασίας στο σημείο αυτό.
4. Επικοινωνιακή διπλωματία. Εχει αναδειχθεί πλέον μία ευρωπαϊκή πολιτική δημοσιότητα που υπαγορεύει την αναγκαιότητα μιας επικοινωνιακής διαπραγμάτευσης. Ο «πόλεμος των λέξεων» απαιτεί συντονισμένες κινήσεις για την απόδοση των ελληνικών θέσεων με στόχο τη διεκδίκηση της νομιμοποίησης και στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.
5. Επικοινωνιακή υπερ-έκθεση/υπο-έκθεση. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις υιοθέτησαν διαφορετικά μοντέλα επικοινωνίας και είναι αλήθεια ότι η επικοινωνία πολλές φορές υποκατέστησε την πολιτική. Η επικοινωνία υπηρετεί την πολιτική και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να την υποκαταστήσει, ειδικά ως προπαγανδιστικό εργαλείο.
Οταν η επικοινωνία υποκαθιστά την πολιτική τότε την καταπίνει. Είναι ωστόσο απαραίτητο να βρεθεί ένα επικοινωνιακό μοντέλο διαχείρισης των πολιτικών προτεραιοτήτων ανοιγοκλείνοντας τη ροή της πληροφόρησης ανάλογα με τις αναγκαιότητες. Σημείο ευαίσθητο εδώ είναι ο βαθμός επικοινωνιακής έκθεσης: η υπερ-έκθεση συχνά ανεγείρει πρόβλημα πολιτικής αναξιοπιστίας.
Η νέα κυβέρνηση μπορεί να υιοθετήσει ένα μοντέλο επικοινωνίας διαφανούς, διαβουλευτικής, πλουραλιστικής αλλά και αμυντικής απέναντι σε τηλεοπτικές εκδοχές του παρελθόντος.
Το περιεχόμενο της πληροφόρησης πρέπει να αλλάξει προς μια προοπτική απαλλαγής από τον εναγκαλισμό της με την εξουσία στην κατεύθυνση μιας δημοσιότητας που θα δημιουργεί πολλαπλές εναλλακτικές στη βάση των πραγματικών προβλημάτων και όχι των εικονικών ομοιωμάτων τους. Οι τροπικότητες της επικοινωνίας που επιλέγονται αντανακλούν άλλωστε το περιεχόμενο και το ύφος της πολιτικής.
*Διδάσκει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου
