Κατά την τελευταία εικοσαετία παρατηρείται το φαινόμενο της αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις εκλογές σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές πολιτικές κοινωνίες. Εντελώς πρόσφατο παράδειγμα είναι η περίπτωση της Ιταλίας, αφού χρειάστηκαν τρεις ολόκληροι μήνες από τότε που διεξήχθησαν οι εκλογές (4 Μαρτίου 2018) μέχρι να σχηματιστεί κυβέρνηση. Προηγήθηκε και το «θεσμικό πραξικόπημα» του προέδρου.
Ο κατάλογος με τις πολιτικές κοινωνίες στις οποίες, ενώ λειτουργούν οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες, στη συνέχεια προκύπτει ως αποτέλεσμα η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης είναι μακρύς: αναφέρω ενδεικτικά το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Αυστρία, την Τσεχία και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το πολιτικό φαινόμενο της αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης κατά τα τελευταία τουλάχιστον είκοσι χρόνια στην Ευρώπη εντάσσεται σ’ ένα καθολικότερο πλαίσιο, το οποίο μπορεί να ονομαστεί «το τέλος του μεταπολεμικού παραδείγματος της πολιτικής».
Το παράδειγμα ή το σύστημα της μεταπολεμικής πολιτικής δομήθηκε και λειτούργησε σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές πολιτικές κοινωνίες με τα εξής θεμελιώδη χαρακτηριστικά: τη δημοκρατική αρχή ή την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και κατά συνέπεια τον κοινοβουλευτισμό, το σύστημα των κομμάτων, την πολιτική ιδεολογία, το κράτος δικαίου και το κοινωνικό κράτος.
Το πρώτιστο όμως θεμέλιο του παραδείγματος αυτού ήταν τα πρωτεία της πολιτικής έναντι της οικονομίας. Τα τελευταία χρόνια συντελούνται ριζικές αλλαγές, οι οποίες αναφέρονται στις σχέσεις του πολιτικού με το οικονομικό σύστημα. Το τελευταίο αυτονομήθηκε πλήρως και ειδικότερα το χρηματοπιστωτικό σύστημα κατέστη ρυθμιστής όχι μόνον της πολιτικής αλλά τελικά της ίδιας της «ανθρώπινης συνθήκης». Το φαινόμενο αυτό, όπως πολλές φορές έχω τονίσει, ανάγεται στο γεγονός ότι το ίδιο το χρήμα μετατράπηκε και σε εμπόρευμα (εκτός από μέσο ανταλλαγής των εμπορευμάτων).
Το «τέλος του μεταπολεμικού παραδείγματος της πολιτικής» συνέπεσε ιστορικά με την ίδρυση της ευρωζώνης, με την εισαγωγή του κοινού νομίσματος (ευρώ), το οποίο δεν μπορεί να τεθεί υπό τον έλεγχο του πολιτικού συστήματος. Για το κοινό νόμισμα και τη λειτουργία του εντός του πλαισίου των χρηματοπιστωτικών αγορών έχουν ειπωθεί πολλά από καταξιωμένους οικονομολόγους.
Θα αναφέρω μόνον τον Γερμανό κοινωνιολόγο Βόλφγκανγκ Στρέεκ, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει το ευρώ «επιπόλαιο πείραμα» (στο βιβλίο του «Κερδίζοντας χρόνο», 2013 – κυκλοφορεί και στα ελληνικά). Το φαινόμενο της υποχώρησης της πολιτικής και της ανάδειξης της οικονομίας σε πρώτη αρχή δόμησης και λειτουργίας του ευρωπαϊκού κόσμου αποτελεί το θεμέλιο της ευρωζώνης. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο μέχρι σήμερα οι ηγετικές ομάδες στην ευρωζώνη διστάζουν να προχωρήσουν στην οικονομική ενοποίηση και παραμένουν εγκλωβισμένες στη νομισματική ένωση.
Τα πολιτικά δεδομένα τα οποία αναφέρονται στην αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης σε πολλές ευρωπαϊκές πολιτικές κοινωνίες συνδέονται άρρηκτα με δύο ιστορικο-κοινωνικές διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα: αυτές οι διαδικασίες είναι, πρώτον, ο πλήρης τεχνοκρατικός μετασχηματισμός της Ευρωπαϊκής Ενωσης και ειδικότερα της ευρωζώνης και, δεύτερον, η σταδιακή επικράτηση σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές πολιτικές κοινωνίες του φαινομένου του λαϊκισμού.
Πράγματι, οι ηγετικές ομάδες στην ευρωζώνη έχουν υποταχθεί πλήρως στο σύστημα της φιλελευθεροποίησης της οικονομίας και των αγορών. Η υποκατάσταση της πολιτικής από την τεχνοκρατία είναι επινόηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, για να προωθεί το ίδιο τους σκοπούς του. Οι λαοί, ή ορθότερα οι εκλέκτορες και τα εκλογικά σώματα στις επιμέρους ευρωπαϊκές κοινωνίες, ζουν υπό το καθεστώς της μεταπολεμικής πολιτικής. Οπότε, σύμφωνα με όσα πολιτικά δεδομένα έχουμε πάνω στο τραπέζι, προκύπτει κάτι πολύ σημαντικό: το χάσμα ανάμεσα στις τεχνοκρατικές Βρυξέλλες από τη μία και τους ευρωπαϊκούς λαούς, τις επιμέρους πολιτικές κοινωνίες από την άλλη.
Η πρώτη πλευρά εδώ και δεκαετίες έχει αποφασίσει να ακολουθήσει τον δρόμο του νεοφιλελευθερισμού, του εργαλειακού οικονομικού ορθολογισμού με τους κανόνες δημοσιονομικής προσαρμογής. Και η δεύτερη πλευρά, που περιλαμβάνει τους ευρωπαϊκούς λαούς ή ορθότερα τους πολίτες των ευρωπαϊκών κοινωνιών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τελικά είναι οι θεματοφύλακες και οι υπερασπιστές των δημοκρατικών και των πολιτικών αξιών του «μεταπολεμικού πολιτικού παραδείγματος».
Το πολιτικό συμπέρασμα διατυπώνεται ως ερώτημα προς τις τεχνοκρατικές Βρυξέλλες: Μπορεί η ευρωζώνη να μεταρρυθμιστεί εδώ και τώρα, δηλαδή να προωθήσει στα επόμενα δέκα χρόνια το σχέδιο της «οικονομικής διακυβέρνησης»; Δηλαδή, μπορεί η ευρωζώνη να καταστεί πολιτική οντότητα; Ενδεχομένως ως πολιτικό όραμα κάτι τέτοιο να εμφανίζεται αυτονόητο, αλλά όλοι οι πολίτες των πολιτικών κοινωνιών στην ευρωζώνη τελικά φαίνεται πως αγωνιζόμαστε για τα αυτονόητα!
* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
