Σήμερα 28 Ιουνίου το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συζητά για τη μετανάστευση και ακριβώς την επομένη, η σύνοδος κορυφής συζητά για το ευρώ. Με προσδιορισμένη ήδη την επανάληψη αυτής της τελευταίας για τις 9 Μαΐου του 2019 (λίγες μόνον ημέρες πριν από τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) για οριστικές (;) αποφάσεις.
Επί τάπητος λοιπόν, οι δύο κατ’ εξοχήν εστίες προβληματικότητας για την Ευρώπη, που επιβαρύνουν τη ζωή μας, επιδεινώνονται διαρκώς και ζητούν, επειγόντως πια, πολιτική θεραπείας τους.
Για την Ελλάδα ειδικότερα, χώρα στην «πρώτη γραμμή» των μεταναστευτικών ροών, είναι η πρώτη παρουσία μετά τη λήξη του 3ου προγράμματος και τα βαριά υπόλοιπά του: την επιτήρηση για τα επόμενα χρόνια, τη δέσμευση/ υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας και τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Οι θέσεις μας, λογικά, θα έπρεπε να αναμένονται με ειδικό ενδιαφέρον.
Οι εισηγήσεις, όπως έχουν προαναγγελθεί, και για το μεταναστευτικό και για το κοινό νόμισμα, αφήνουν χώρο για θέσεις ουσίας. Παραδείγματος χάριν, αξιόπιστο ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου προϋποθέτει την ενεργοποίηση διεθνικών Αρχών Απογραφής και Πιστοποίησης Προσφύγων και Αρχών Δίωξης της παράνομης διακίνησης επί τουρκικού εδάφους.
Θέμα συζήτησης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι, ούτως ή άλλως, «η συνεργασία Ε.Ε.-ΝΑΤΟ ενόψει της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο και… κατευθύνσεις για τις μελλοντικές εργασίες, ιδίως όσον αφορά τη μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία (PESCO)».
Αλλά και για τη νομισματική ένωση, οι προτάσεις από τον «γαλλογερμανικό άξονα» δεν είναι αυτές που θα έπρεπε: η μετατροπή του ESM σε «Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο» και η εισαγωγή ενός «επενδυτικού» προϋπολογισμού στη ζώνη του ευρώ (με πενιχρούς μάλιστα πόρους) παραπέμπουν σε συντήρηση της σημερινής προβληματικής κατάστασης και όχι σε εξυγίανσή της.
Γιατί είναι προβληματική (επιεικώς) μια νομισματική ένωση με το 1/3 των μελών της να προσφεύγει σε προγράμματα στήριξης, ενώ την ίδια στιγμή τα εμπορικά πλεονάσματα ενός μέλους «αυξάνονται και πληθύνονται…» διαρκώς.
Εχουμε κάθε λόγο να επισημάνουμε ότι βιώσιμο ευρώ προϋποθέτει, εκ των ων ουκ άνευ, κοινό ευρωπαϊκό χρέος, εξαίρεση των δημόσιων επενδύσεων από τα δημοσιονομικά ελλείμματα των εθνικών προϋπολογισμών και τραπεζική ένωση με διευρυμένη συνεργασία της ΕΚΤ και των εθνικών αρχών και ενίσχυση του -από κοινού- ελέγχου τραπεζών και άλλων χρηματοδοτικών μηχανισμών.
Το ερώτημα είναι εάν και κατά πόσον όσοι, όποιοι, όπου και όπως μας εκπροσωπούν σκοπεύουν να υποστηρίξουν τις θέσεις αυτές. Κάποιες άλλες ίσως και ποιες.
Στην πραγματικότητα, καλούνται να αποδείξουν ότι στις -μετά τα μνημόνια- δεσμεύσεις που ανέλαβαν δεν συμπεριλαμβάνεται και η αυτολογοκρισία.
Και ότι, βεβαίως, δεν έχουν αθετήσει την υποχρέωσή τους να σκέφτονται για λογαριασμό μας με την εισφορά θέσεων, δημιουργικών για τα ευρωπαϊκά και τα δικά μας πράγματα.
Ετσι ή αλλιώς, η μεγάλη πορεία είναι μπροστά μας. Καλούμαστε να αποκαταστήσουμε την πίστη όχι μόνον απέναντι στους δανειστές και τις αγορές, αλλά, πριν απ’ όλα, απέναντι στον εαυτό μας.
Με πρώτο βήμα την επιλογή εκπροσώπων μας ικανών να φέρουν σε πέρας το έργο αυτό.
Ας κάνουμε το βήμα αυτό, χωρίς χρονοτριβή!
*Ιδρυτής της πολιτικής οργάνωσης «Εκκίνηση Ελληνες Δημοκράτες», πρώην υπουργός
