ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Βέλτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Τι απομένει να δούμε σήμερα;» Στο ερώτημα αυτό η απάντηση είναι: «ελάχιστα πράγματα». Κυρίως, διότι εμείς δεν μπορούμε πια να δούμε. Το «θέαμα», μας συνήθισε αλλιώς. Και ό,τι βλέπουμε –σε συνεργασία με το «τίποτα» που μας δείχνουν– θα ήταν καλύτερο να μην το βλέπαμε. Να μη συνωστιζόμαστε δηλαδή γύρω από το ασήμαντο.

Μία εξαίρεση λοιπόν. Είδα προχθές όρθιος σε έναν «χώρο» πίσω από την Κουμουνδούρου, τη «ματιά» της χορογράφου Ιριδας Καραγιάν για τα γεγονότα του 2008 και κατάλαβα ότι το σώμα αρχίζει από την εξέγερση. Το σώμα δεν είναι φορέας «νοημάτων και μνήμης», όπως αναγκάζεται διακριτικά να εξηγήσει η Καραγιάν, αλλά φορέας θυμού.

Είδα όμως και ό,τι δεν δια-κρίνεται πια (και δεν αξιολογείται). Είδα τη διαφορά (κυριολεκτώ) του σώματος από τα πτώματα που περιφέρονται στις σκηνές της Αθήνας. Κατανόησα επίσης γιατί η καθιστή προοπτική ενός, ας πούμε, «Ιννοκέντιου X» του Φράνσις Μπέικον –θέλω να πω η προοπτική της καρέκλας της εξουσίας– οδηγεί στην ανατομία της μελαγχολικής (όσο και δυστυχισμένης) συνείδησης του «καθισμένου» επώνυμου, από τον οποίο δεν εξαιρώ τον εαυτό μου.

Η Καραγιάν μού έθεσε έμμεσα τη λακανική επιταγή: «Να δούμε τη σάρκα!», ανακεφαλαιώνοντας για λογαριασμό μου έναν ανθρωπολογικό όσο και κοινωνιολογικό διπολισμό των όρων «στόμα-πρωκτός». Με έκανε για άλλη μια φορά, από το 2002, που την παρακολουθώ με την ομάδα χορού ΖΗΤΑ, να συμπεράνω πως αυτό που βλέπω στην Αθήνα είναι μια λογο-διάρροια, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων. Οπότε και το ex cathedra που ανακοινώνουμε όλοι μας από «σκηνής», δηλώνει προφανώς την πρωτο-καθεδρία του «πρωκτικού σταδίου». Αλλά ώς πότε;

Γι’ αυτό θεωρώ προσχηματικές τις προσκλήσεις τέτοιων ομάδων σε «ιδρυματικούς» χώρους. Οταν το σώμα χορεύει, κάθε (θεϊκή) Κρίση ακυρώνεται. Κάθε Κρίση, που την υφίστανται όσοι αρνούνται να τους «πτυχώσουν ανάρμοστα», δηλαδή να τους τυλίξουν σε μια κόλλα χαρτί, ακόμα και αν η κόλλα αυτή είναι αίτηση συμμετοχής.

Προφανώς αρνούνται να τους «κλέψουν» το σώμα ή να παραχωρήσουν το σώμα τους στη μνημειακή λειτουργία του ανδριάντα, που κοσμεί τα ιδρύματα, όταν για μένα κατεξοχήν τόπος μνήμης είναι το καμένο «Αττικόν» και οι προπολεμικές πολυκατοικίες με τις σφαίρες απ’ τον Εμφύλιο.

Πέντε χορευτές: δύο αγόρια και τρία κορίτσια, δεν «αναπαρήγαν» απλώς τις χειρονομίες των διαδηλωτών όπως αποτυπώθηκαν στις φωτογραφίες (το υλικό της Ιριδας Καραγιάν) αλλά μέτρησαν τις δυνάμεις τους μέσα από τις κινήσεις διαμαρτυρίας ενός διαδηλωτή. Ξέφυγαν (sic), στο τέλος της παράστασης, με ένα αδιανόητο τρεχαλητό διωκόμενων, χωρίς μουσική, μόνο με τον ήχο των βημάτων των σνίκερ, διαβάλλοντας τη μελό εν γένει κατάσταση. Ετσι ήρθε μπροστά μου (κι όχι από τα δελτία της τηλεόρασης) η οδός Σταδίου και ο Προκόπης Παυλόπουλος.

Με τον ίδιο ακραίο τρόπο, μια θεατρίνα, η Μαρία Κίτσου, «χόρεψε» στη σκηνή του Δημοτικού Πειραιά με την τρέλα του Ντοστογιέφσκι. «Χόρεψε», τρόπος του λέγειν: αναμετρήθηκε με μια έλλειψη όχι γιατί είναι καταδικασμένη να είναι γυναίκα, αλλά «επειδή αυτή πρέπει να είναι ο φαλλός». Προσέξτε. Και η Κίτσου και η Καραγιάν είναι «μεθ-οριακά περιστατικά»…