Διάλογος του Βαγγέλη Σακκάτου με τον Θανάση Γιαλκέτση με αφορμή το βιβλίο του δεύτερου «Η ουτοπία στην εξουσία». • Β. Σακκάτος: Οι αριθμοί των θυμάτων που αφορούν τον εμφύλιο πόλεμο εμφανίζονται μεθοδευμένα ως θύματα της «κόκκινης τρομοκρατίας» • Τι απαντά ο Θ. Γιαλκέτσης.
Αν η τωρινή κατάσταση συνεχιστεί, η ίδια η λέξη “σοσιαλισμός” θα γίνει κατάρα
Εμα Γκόλντμαν
Ο Θανάσης Γιαλκέτσης, στη σελίδα 17/61 των «Νησίδων», στην «Εφ.Συν.» από 23-25 Μαρτίου 2018, απαντάει στην κριτική μου για το βιβλίο του: «Η ουτοπία στην εξουσία», που αναφέρεται στην Οκτωβριανή Επανάσταση και που σε δύο σημεία του έχω ασκήσει κριτική από τα φύλλα της «Εφ.Συν.» των «Νησίδων» σελ. 8/40, από 10-11 Μαρτίου 2018 και 10/42 από 17-18 Μαρτίου 2018, δηλώνοντας πως θα μπορούσα να έχω ασκήσει κριτική σε πολύ περισσότερα σημεία του.
Δέχεται πως ορθά ενίσταμαι όχι ως προς τους αριθμούς των θυμάτων, αλλά μόνο ως προς τη διάρκεια του χρόνου μέσα στον οποίο συντελέστηκαν τα καταγγελλόμενά του.
Ο Θ.Γ. αναφέρει: «Ορισμένοι ιστορικοί κάνουν λόγο για 50.000 θύματα ενώ άλλοι ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 150.000» (σελίδα 83), απ’ αφορμή την απόπειρα κατά του Λένιν. Επαναλαμβάνω, αυτά είναι ουρανομήκη ψεύδη. Και κάνει λόγο μόνο για το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο, υποτίθεται πως, αυτά συντελέστηκαν. Τα νούμερα είναι γι’ αυτόν δεδομένα. Μιλάει για τη… «σύγχρονη ιστορική έρευνα» και για τα «θύματα της “αποκοζακοποίησης”,1 που αποφασίστηκε, όπως λέει, τον Ιανουάριο του 1919, με βάση την οποία οργανώθηκε η μαζική εξόντωση ενός σημαντικού μέρους της κοινότητας των Κοζάκων».
Αλλά γιά να δούμε τι λέει, μεταξύ άλλων, επί του θέματος η «Πολιτική και Κοινωνιολογική Εγκυκλοπαίδεια» του «Ανεξάρτητου» του 1934:
«Κοζάκοι. – Υπό το όνομα τούτο αναφέρονται αδιακρίτως δύο όλως διάφορα πράγματα: η κοινωνική ομάς των Κοζάκων και η εθνότης των Κιργισίων.
»1. – Η κοινωνική ομάς των Κοζάκων. Εις την Ρωσσίαν του 16ου αιώνος οι δουλοπάροικοι και λοιποί καταδιωκόμενοι, φεύγοντες την οργήν των αυθεντών των, συνέπηξαν παρά τας όχθας του Δνειστέρου, του Δον και του Γιάνκη ομάδας κοζάκων, ήτοι ιππέων (ταταριστί καζάκ = ιππεύς), με τας οποίας καθισταμένας ολοέν ισχυροτέρας συνηνώθησαν βαθμηδόν και πολλοί εκ των πολεμιστών, ους έστελλεν η κυβέρνησις προς υπεράσπισιν της Μόσχας και της Πολωνίας από τας ταταρικάς επιδρομάς…
»…Τον 19ον αιώνα προσελήφθησαν ομαδικώς ως μονάδες τακτικού στρατού υπό ιδιαιτέρας όλως συνθήκας. Εις τας παραμονάς του 1914 υπήρχον 11 στρατιαί Κοζάκων: του Δον, του Κουμπάν, του Τερέκ, του Ορεμπουργκ, της Σιβηρίας, της Βαϊκάλης, των Ουραλίων, του Σεμιρέτστε, του Αμούρ, του Αστραχάν και του Ουσσούρ»…
»Προ της επαναστάσεως ακόμη του Οκτωβρίου ο Καλέντιν συνέπηξεν εις τον Δον αντεπαναστατικήν κυβέρνησιν. Επίσης και μετά την οκτωβριανήν επανάστασιν έχομεν αντιμπολσεβίκικα κινήματα των διαφόρων Κοζάκων αρχηγών: του Κρασνώφ και άλλων.
»Τότε ακριβώς συνεπήχθη υπό του Αλεξέεφ και του Κορνίλωφ ο λεγόμενος “εθελοντικός στρατός”. Οι Κοζάκοι του Δον και του Κουμπάν απετέλεσαν την κύριαν δύναμιν του στρατού του Ντενίκιν. Οι Κοζάκοι του Ορεμπουργκ και του Ουράλ υπεστήριξαν τον Δούτωφ εναντίον των Σοβιέτ».
Και η σπουδαία αυτή Εγκυκλοπαίδεια συνεχίζει με το σημείο 2, αυτού του σπουδαίου και τόσο ενημερωτικού άρθρου – λήμματός της:
«2. – Οι Κοζάκοι Κιργίσιοι. Ούτοι αποτελούν την πολυπληθεστέραν τουρκικήν φυλήν της Σοβιετικής Ενώσεως και ανήκουν εις την βορειοδυτικήν διακλάδωσιν της τουρκικής φυλής, αριθμούντες 4½ περίπου εκατομμύρια. Κατοικούν την έκτασιν από του Δέλτα του Βόλγα μέχρι της Αλτάης και του Παν-Σαν και από την πεδιάδα της Δυτικής Σιβηρίας μέχρι του Αμού-νταριά και της ερήμου του Καρά-Κουμ.
»Το πλείστον μέρος των Κοζάκων – Κιργισίων κατοικεί εντός της Σοβιετικής Ενώσεως (περί τα 4 εκατομμύρια) το δε υπόλοιπον (περί το ήμισυ εκατομμύριον) ευρίσκεται εις Δυτικήν Κίναν και Μογγολίαν. Είναι λαός νομαδικός διαιρούμενος εις τρεις ορδάς: την Μεγάλην Ορδήν (Ουλού-Τζιούζ), εις την Μεσαίαν (Ορτά-Τζιούζ) και εις την Μικρήν Ορδήν (Κοή-Τζιούζ). Ως θρησκεία έχουν τον ισλαμισμόν, ανήκοντες εις την αίρεσιν των Σουννιτών.
»3. – Δημοκρατία των Κοζάκων ή Καζακιστάν. Αυτόνομος σοσιαλιστική σοβιετική δημοκρατία, μέλος της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Σοβιετικής Δημοκρατίας. Εχει έκταση 2.983.500 τ.χλμ. και πληθυσμόν 6½ εκατομ. κατοίκους. Πρωτεύουσα είναι (από του 1928) η Αλμα Ατα.
»Εκ του πληθυσμού τα 57,1% είναι Κοζάκοι Κιργίσιοι, τα 19,7% Ρώσσοι, τα 13,2% Ουκρανοί, τα 3,3% Ουζμπέκοι και τα 6,7% διάφοροι άλλοι. Το κλίμα είναι ηπειρωτικόν, με ανωτάτην θερινήν θερμοκρασίαν +46° εις τα νότια, και κατωτάτην χειμερινήν –50° εις τα βόρεια» κ.λπ.
(Π. και Κ.Ε. του «Ανεξάρτητου», Αθήνα 1934, σελίδες 1714-1716).
Ο Θ. Γιαλκέτσης και οι συν αυτώ είναι εμφανές πως χρησιμοποιούν κάθε είδους μεθοδεύσεις και κάθε ιστορική ασάφεια, παρουσιάζοντας αριθμούς θυμάτων που αφορούν τον εμφύλιο πόλεμο, μεγάλοι και από τις δυο πλευρές, αποκλειστικά ως θύματα της μπολσεβίκικης «κόκκινης τρομοκρατίας».
Αλλά η περίπτωση της «αποκοζακοποίησης» είναι χαρακτηριστική: όταν η Σοβιετική Δημοκρατία των Κοζάκων, η Καζικιστάν, σήμερα Καζακστάν, μέλος τότε της ΕΣΣΔ, αποτελούσε σε έκταση μια από τις μεγαλύτερες χώρες της Γης, με 2.983.500 τ. χιλιόμετρα, δηλαδή πάνω από 22.000 φορές μεγαλύτερη από τη σημερινή Ελλάδα, που έχει έκταση 131.957 τ. χιλιόμετρα, αυτός γράφει για τα θύματα της «αποκοζακοποίησης» κ.λπ., για «μαζική εξόντωση ενός σημαντικού μέρους της Κοινότητας των Κοζάκων», σκόπιμα θολώνοντας τα νερά ως προς το ποιων Κοζάκων, ενώ πρόκειται για τις αντεπαναστατικές κοζάκικες στρατιές κατά της επανάστασης, του Αλεξέεφ, του Κρασνώφ, του Κορνίλωφ, του Ντενίκιν και του Δούτωφ, συμπολεμιστές με τους ιμπεριαλιστές εισβολείς που συντριφτήκαν από τον Κόκκινο Στρατό μαζί τους, αυτός ο ισχυρισμός είναι συνειδητό ψέμα στο τετράγωνο.
Σχετικά με τη «Διαθήκη» του Λένιν: Πουθενά δεν γράφω πως: «σφάλλει όταν γράφει ότι το κείμενο αυτό “κρατήθηκε μυστικό και δεν δημοσιεύτηκε”».
Αφού αναφέρομαι στην προσωπική σχέση μου με το θέμα ως εκδότης της «Διαθήκης» το 1956, στην ακριβώς απέναντι στήλη γράφω:
«Ο ισχυρισμός σας στη σελίδα 96 του βιβλίου σας: “Αργότερα με τη συνενοχή του ίδιου του Τρότσκι δηλώθηκε ότι είναι πλαστό” –το κείμενο της «Διαθήκης»–, είναι απόλυτα αβάσιμος και ψευδής».
Τα περί αδημοσιεύτου της «Διαθήκης» είναι εμφανής και αναγνώσιμος ο υπότιτλος, ως προς τη μη δημοσίευσή της στην ΕΣΣΔ επί Στάλιν. Του απαντάνε οι υπότιτλοι των δύο δικών μου εκδόσεών της του 1956, δηλαδή 62 χρόνια νωρίτερα στην «Εφ.Συντ.» από 17-18.03.2018.
Σχετικά με τη δημοσίευση της «Διαθήκης» στο εξωτερικό το 1925 από τον Μαξ Ιστμαν και τη θέση του Τρότσκι πάνω σ’ αυτό, είναι άλλο αν ο Τρότσκι θεωρούσε πλαστό το κείμενο της «Διαθήκης», όπως γράφει ο Θ.Γ. κι άλλο η θέση του Τρότσκι (αν υπήρξε, επ’ αυτού) σχετικά με τη δημοσίευση του Ιστμαν, αν αυτή ανταποκρινόταν ή όχι στο αυθεντικό κείμενο. Η διαφορά είναι καταφανής.
Στο επίπεδο της προπαγάνδας εκείνη την εποχή, οι εισβολείς στο έδαφος της νεαρής ΕΣΣΔ, ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός, οργίαζε σε ψευδολογία, συκοφαντία και κάθε είδους τερατολογία, δημιουργώντας ένα παγκόσμιο κλίμα τρόμου και αποστροφής για το νεαρό επαναστατικό σοβιετικό κράτος και καθεστώς. Σήμερα και παρά το ότι η ΕΣΣΔ δεν υπάρχει, φαίνεται πως ακόμα και η ανάμνησή της δεν τους αφήνει να ησυχάσουν. Μακρινές ανταύγειες εκείνης της τότε δραστηριότητας είναι και αυτά τα σημερινά σχετικά δημοσιεύματα.
* Συγγραφέας και δημοσιογράφος
Και η ανταπάντηση του Θανάση Γιαλκέτση
Η κριτική ως ανάθεμα
Οταν οι εκτιμήσεις και τα πορίσματα της πιο έγκυρης ιστορικής έρευνας χαρακτηρίζονται από τον Βαγγέλη Σακκάτο «ουρανομήκη ψεύδη» και τερατολογίες, τότε ο διάλογος γίνεται ανώφελος ή και αδύνατος. Οταν τα θύματα της κόκκινης τρομοκρατίας και της «αποκοζακοποίησης», δηλαδή της οργανωμένης φυσικής εξόντωσης ενός τμήματος του άμαχου πληθυσμού, συγχέονται με τους Λευκούς και τους Κοζάκους που πολέμησαν στον εμφύλιο πόλεμο, τότε η συνεννόηση γίνεται δύσκολη.
Οταν υποστηρίζεται ότι η κριτική στον αυταρχικό εκφυλισμό του μπολσεβικισμού –κριτική που διατύπωσε πρώτη μια Ρόζα Λούξεμπουργκ και ακολούθησαν τόσοι άλλοι, κομμουνιστές, σοσιαλιστές, αναρχικοί, αριστεροί, δημοκράτες κ.λπ.– υπηρετεί «τους σκοπούς του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού», τότε δεν έχει νόημα να συνεχίζει κανείς τη συζήτηση.
Χρειάζεται άραγε να θυμίσουμε ότι, εκτός από τον μπολσεβικισμό και τον «ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό», υπήρχε στην ιστορική σκηνή και μια Αριστερά που είχε κάνει τη δημοκρατική επιλογή και πάλευε για δημοκρατικό σοσιαλισμό; Τον Μάρτιο του 1920, η αναρχική επαναστάτρια Εμα Γκόλντμαν, που βρισκόταν τότε στη Σοβιετική Ενωση, έγραψε στον Λένιν μιαν επιστολή στην οποία, μεταξύ άλλων, σημείωνε:
«Ακόμη και αν η δικτατορία ενός κόμματος ήταν ένα αποτελεσματικό μέσο για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω, θα ήταν απολύτως επιζήμια για την εγκαθίδρυση του νέου σοσιαλιστικού καθεστώτος… Αν η τωρινή κατάσταση συνεχιστεί, η ίδια η λέξη “σοσιαλισμός” θα γίνει κατάρα».
Πολύ πιο πρόσφατα, ο Νίκος Πουλαντζάς, αυτός που τόνιζε ότι «ο σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός», έχει γράψει: «Ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό και ο δημοκρατικός σοσιαλισμός αποκλείουν το ένα και μοναδικό κόμμα αλλά και τη σύγχυση των κομμάτων και της κρατικής διοίκησης… Αν αυτός ο όρος δεν εκπληρώνεται, καμία δημοκρατία άμεση στη βάση δεν μπορεί να εμποδίσει τον ολοκληρωτισμό» («Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός», Θεμέλιο 1982, σελ. 310-311).
Η πολεμική του Βαγγέλη Σακκάτου μάς φέρνει στον νου ένα επεισόδιο που διαδραματίστηκε στα τέλη του 1919 στο Παρίσι. Το περιγράφει ο σπουδαίος Γάλλος ιστορικός Μαρκ Φερό: «Σε μια συνεδρίαση του Συνδέσμου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αρκετοί ομιλητές επιστρέφοντας από τη Ρωσία περιέγραψαν την τρομοκρατία όχι μόνον εναντίον της αστικής τάξης –κάτι που τότε θεωρούνταν φυσιολογικό– αλλά και εναντίον των σοσιαλιστών.
»Οι συμμετέχοντες στη συζήτηση ούρλιαζαν με μανία, αποκαλώντας τους προδότες και αποστάτες. “Δεν σας πιστεύουμε! Σκάστε! Μόνο έναν επαναστάτη πιστεύουμε: τον Μάρτοφ ή τον Τρότσκι, εκείνους ναι, τους γνωρίζουμε καλά και ξέρουμε ότι μας λένε την αλήθεια…”. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε σαματάς στο πίσω μέρος της αίθουσας και η είδηση διαδόθηκε από έδρανο σε έδρανο: ο Μάρτοφ μόλις είχε φτάσει από τη Ρωσία και βρισκόταν εκεί. Τον χειροκρότησαν και σηκώθηκαν όρθιοι.
»Ο διεθνιστής ηγέτης έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, ύστερα είπε στο κοινό που περίμενε ευλαβικά: “Ακουσα τι σας είπαν οι Ρώσοι σύντροφοι. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τα περί τρομοκρατίας είναι απολύτως σωστά. Συμβαίνουν φρικτά πράγματα στη Ρωσία”. Τη νεκρική σιγή ακολούθησε ένα ξέσπασμα, μια καταιγίδα. Το κοινό σηκώθηκε ουρλιάζοντας: “Δεν είναι αλήθεια! Ψεύτη!”. Τον γιούχαραν και τον στόλισαν με τόσες απειλές και αποδοκιμασίες που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το βήμα» (Marc Ferro, «Τύφλωση», Μεταίχμιο 2016, σελ. 60-61).