Από όλες τις αφαιρέσεις που ταλαιπωρούν την ανθρώπινη κοινωνία αυτή του έθνους φαίνεται να είναι η πλέον ανθεκτική. Ως αφαίρεση γεννήθηκε, καθώς όταν οι Γάλλοι επαναστάτες εισηγήθηκαν την έννοια του πολίτη ως μέλους του γαλλικού έθνους το έκαναν βασισμένοι στον Λόγο· η ένταξη σε ένα ευρύτερο σύνολο ήταν μια καθαρά λογική απόφαση, πέραν συγκεκριμένων προ-δεσμεύσεων, κοινοτικών, γλωσσικών κ.ά., σύνολο το οποίο αιωρούνταν επάνω από οτιδήποτε πραγματικό μπορεί να καθόριζε την καθημερινή ζωή του ατόμου.
Ως ευρύτατη συλλογικότητα και ως λογικά επιλεγόμενη, η έννοια του έθνους δεν θα μπορούσε παρά να ορίζει μια πολιτική κοινότητα, και υπό αυτήν τη συγκεκριμένη έννοια ο εθνικισμός επέδρασε καθοριστικά στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Ευρώπης ώς τα μέσα, τουλάχιστον, του 19ου αιώνα. Βεβαίως, μια αφαίρεση δεν μπορεί να υπερίπταται εις το διηνεκές, ειδικά μία η οποία ήταν, προνομιακά, δυνατόν από αφηρημένη ιδέα να μετατραπεί σε πολύ συγκεκριμένο χώμα, έδαφος.
Ετσι, κινούμενοι ενάντια σε ό,τι θεωρήθηκε αφαίρεση του Λόγου, στοχαστές εχθρικοί ή επιφυλακτικοί έναντι της νεωτερικότητας επέστρεψαν (ή θεώρησαν ότι επιστρέφουν) σε μια σύλληψη του έθνους που βασιζόταν σε ό,τι προσδιόριζε συγκεκριμένα και πραγματικά τις ανθρώπινες κοινότητες· κοινή καταγωγή, γλώσσα και θρησκεία, θεσμική και εθιμική παράδοση κ.τ.λ.
Καθώς, όμως, οι συγκεκριμένοι δεσμοί ήταν κατά βάση κοινοτικοί, τοπικοί ή περιφερειακοί, για να θεωρηθούν συγκροτητικοί αρμοί μιας εξαιρετικά ευρύτερης συλλογικότητας έπρεπε να ανατιμηθούν, όλοι, μερικοί ή κάποιοι από αυτούς, ως καθολικοί, δηλαδή ως αφαιρέσεις. Ετσι, το έθνος δεν ήταν πλέον μια πολιτική κοινότητα στην οποία το άτομο προσχωρούσε οικειοθελώς αλλά μια κοινότητα στην οποία ο καθένας ανήκε πριν καν από τη γέννησή του.
Οι πολιτικές κοινότητες που συγκροτήθηκαν επάνω στη βάση αυτής της έννοιας του έθνους και των ιδεολογικοποιήσεων που τη συντρόφευαν –χωριστικός εθνικισμός και φασισμός, φυλετισμός και ρατσισμός– συμμετείχαν στο πλέον φριχτό και δυσεξήγητο έγκλημα της γνωστής Ιστορίας.
Θα περίμενε, έτσι, κανείς ότι μετά το Ολοκαύτωμα ό,τι θεωρούνταν εθνικό συναίσθημα θα αποτελούσε πλέον μια ιδέα περιφρουρούμενη από τη δυσπιστία, τον φόβο ή και την εχθρότητα. Και όμως· το σχέδιο, για παράδειγμα, μιας ενωμένης Ευρώπης ομόσπονδων εθνικών κρατών, όπου το εθνικό θα υποχωρούσε προς όφελος του ομόσπονδου, έχει καταρρεύσει πριν καν τεθεί ως ζητούμενο.
Ομοίως, ακόμη και ένα μεγάλο μέρος των αριστερών αντιευρωπαϊκών στρατηγικών προϋποθέτει την αναδίπλωση σε σαφή εθνικά όρια, ενώ το ανήκουστο της παρουσίας κινημάτων και κομμάτων που αναφέρονται ευθέως ή εμμέσως στον ναζισμό δεν είναι πλέον κάτι διόλου ανήκουστο. Πέραν της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας, φαίνεται πως η ταύτιση με το έθνος αποτελεί μία από τις πλέον ισχυρές ταυτίσεις, ικανή να διαλύσει τις νεφέλες των αφαιρέσεών της παράγοντας από αυτές μια απολύτως πραγματική πραγματικότητα.
Υπό αυτήν την έννοια, είναι μάλλον αδιάφορο αν οι αξιώσεις και οι ισχυρισμοί της εθνικής συνείδησης είναι βάσιμοι ή όχι· αυτό που είναι πραγματικά σημαντικό είναι το γεγονός ότι ορθολογικά δομημένες ταυτίσεις φαίνεται να υποχωρούν μπροστά στη δυναμική ανορθολογικών και χωριστικών ταυτοτήτων. Ακόμη και οι ειλικρινέστερες προσπάθειες διάκρισης μεταξύ πατριωτισμού και εθνικισμού, βασισμένες εν πολλοίς σε πραγματικά δεδομένα της κοινής ζωής των ανθρώπινων κοινοτήτων, δεν μπορούν να προφυλάξουν από τη σαρωτική σαγήνη του εθνικισμού.
Η υιοθέτηση, όμως, μιας ανορθολογικής ταυτότητας δεν συνεπάγεται, ούτε προϋποθέτει, μια εν γένει ανορθολογική συμπεριφορά. Αν σκεφτούμε τις ιδεολογικές κατασκευές ως μέσα επιτέλεσης σκοπών, μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να παραβλέψουν πλευρές του συστήματος που έχουν επιλέξει, αν αυτό ανταποκρίνεται στη βασική λειτουργία του.
Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Το ότι αν θέλουμε να καταλάβουμε τα αίτια της επανεμφάνισης του εθνικισμού, πρέπει πριν από όλα να ακούσουμε τον λόγο των ίδιων των ανθρώπων που κινητοποιούνται υπό τις σημαίες του. Και φαίνεται πως η παλιά, δομική συνιστώσα του εθνικισμού, η περιφρόνηση και η αντίθεση προς τον αστικό πολιτισμό και τον καπιταλισμό, έχει καλεστεί ξανά στη ζωή.
Η μεθεκτική συμμετοχή σε μια ευρύτατη κοινότητα υψηλών συγκινησιακών φορτίσεων (συγγένεια, βιωμένη παράδοση και ιστορία κ.τ.λ.) φαίνεται να αποτελεί το ύστατο καταφύγιο από την απειλή ενός άρριζου συστήματος απρόσιτων πολιτικών, οικονομικών και διανοητικών ελίτ.
Οι ερμηνείες του μαζικού ανορθολογισμού, του γενικευμένου φασισμού, των μαζών ως πιόνια είναι αφαιρέσεις που δεν βλέπουν πραγματικούς ανθρώπους, με συγκεκριμένες πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές βάσει των οποίων αυτοί επιχειρούν να αντιμετωπίσουν την καταθλιπτική πραγματικότητα. Και αν εμμείνουμε στις ερμηνευτικές, άρα και πολιτικές, αφαιρέσεις μας, οι συνέπειες αυτών των επιλογών θα μας καταστρέψουν άλλη μια φορά.
* υποψ. δρος Πολιτικής Θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
