Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το 2018 αποτελεί έτος-κλειδί για την πορεία της οικονομίας μας, δεδομένου ότι έχουμε μπροστά μας το οριστικό κλείσιμο της γ’ αξιολόγησης, τα στρες τεστ των τραπεζών, τη δ’ αξιολόγηση με τα προαπαιτούμενά της, τη ρύθμιση του χρέους και την έξοδο από το Μνημόνιο. Μεγάλη και δύσκολη διαδρομή αναμφίβολα, όχι ένας δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα.
Είναι σφάλμα, ωστόσο, να παραγνωρίζεται πως και το 2017 ήταν επίσης ένα έτος-ορόσημο για την ανάκαμψη της οικονομίας που προλείανε με τις μεταρρυθμίσεις του το έδαφος για μία επιτυχή επίλυση των προβλημάτων το 2018.
Να αναφέρω ενδεικτικά τη θέσπιση του εξωδικαστικού μηχανισμού, τη δρομολόγηση της Αναπτυξιακής Τράπεζας, τη ρύθμιση των 120 δόσεων, την ενεργοποίηση των πλειστηριασμών για την αντιμετώπιση των στρατηγικών κακοπληρωτών και την αποτελεσματική διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, τα οποία ήδη από το 2016 άρχισαν να μειώνονται υπερβαίνοντας μάλιστα τους επίσημους στόχους.
Αν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά κι άλλα τόσα, δεν θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε στο κλείσιμο της γ’ αξιολόγησης και στην τελική ευθεία ολοκλήρωσης του Προγράμματος το 2018 με τις καλύτερες των προϋποθέσεων.
Στα μέσα Φεβρουαρίου 2017 η απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων της χώρας ήταν 7,82%. Σήμερα, μέσα σε 11 μήνες περίπου, έχουμε κάμψη μεγαλύτερη των 400 μονάδων βάσης. Επίσης, με 26% ετήσια άνοδο το ελληνικό χρηματιστήριο είχε το 2017 την 5η καλύτερη επίδοση στην Ευρώπη. Ακόμη, ο δείκτης οικονομικού κλίματος του ΙΟΒΕ σημείωνε τον Νοέμβριο 2017 ετήσια αύξηση 5,9%. Αυτά είναι γεγονότα που κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει γιατί υπογραμμίζουν τη μεγάλη κάμψη της αβεβαιότητας των επενδυτών και των διεθνών αγορών έναντι της ελληνικής οικονομίας.
Αν παραβλέπει κανείς αυτές τις θετικές εξελίξεις στο κλίμα των αγορών και την ψυχολογία των επενδυτών, τότε εθελοτυφλεί μπροστά στις ουσιαστικές προόδους της πραγματικής οικονομίας που τις διαμορφώνουν, όπως είναι οι επιδόσεις-ρεκόρ των τελευταίων ετών σε τουριστικές αφίξεις και έσοδα, στον κύκλο εργασιών, τον όγκο παραγωγής, τις εξαγωγές και τις παραγγελίες της βιομηχανίας (βλ. δείκτη ΡΜΙ), στην απεμπλοκή των αποκρατικοποιήσεων (Ελληνικό, ΟΛΘ), στις συνολικές εξαγωγές της χώρας, που πλησιάζουν για πρώτη φορά τα 60 δισ., και στις ξένες άμεσες επενδύσεις που το 2017 ενδέχεται να αγγίξουν τα 4 δισ.
Η οικονομική αυτή πρόοδος σε συνδυασμό με τις πρωτοβουλίες του πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών να περιορίσουν τους εξωτερικούς γεωπολιτικούς κινδύνους προωθώντας τη διασφάλιση της ειρήνης στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή (βλ. επαναπροσέγγιση Τουρκίας-Ε.Ε., τετραμερή βαλκανικών χωρών, τριμερείς Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου, Ελλάδας – Κύπρου – Ιορδανίας κ.ά.), αλλά και προωθώντας κρίσιμες λύσεις στο προσφυγικό, είναι που επιτρέπουν αισιοδοξία για το 2018. Από αυτές τις εξελίξεις και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων θα κριθεί η αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας της χώρας και όχι από τη σύνθεση της νέας γερμανικής κυβέρνησης, την οποία κάποιοι αναγορεύουν σε αποκλειστικό καθοριστικό παράγοντα.
Αν, όπως πιστεύει η αντιπολίτευση, οι επενδυτές δεν πείθονται, τότε πώς είχαμε για πρώτη φορά από το 2008 αύξηση επενδύσεων 2,7% στο α’ 9μηνο και εισροή-ρεκόρ 3,1 δισ. ξένων άμεσων επενδύσεων στο α’ 10μηνο του 2017; Γιατί το ΙΟΒΕ εκτιμά αύξηση 12% των βιομηχανικών επενδύσεων το 2017 και 15% το 2018; Γιατί επιστρέφουν οι ιδιωτικές καταθέσεις στις τράπεζες (5 δισ. το τελευταίο 8μηνο) και γιατί στο α’ 11μηνο είχαμε για πρώτη φορά αύξηση των τραπεζικών χορηγήσεων προς επιχειρήσεις;
Τέλος, να σημειωθεί ότι σε σταθερές τιμές η συνολική τελική κατανάλωση ήταν μηδενική (-0,1%) στο α’ 9μηνο 2017, ενώ των νοικοκυριών συγκρατημένα θετική (0,6%). Η μικρή αυτή αύξηση της κατανάλωσης είναι αποτέλεσμα της αύξησης του διαθέσιμου εθνικού εισοδήματος, ως αποτέλεσμα κυρίως της αύξησης της συνολικής απασχόλησης, εξέλιξη καθ’ όλα υγιής.
Κλείνοντας θα συμφωνήσω με όσους δηλώνουν ότι για να βγει η Ελλάδα από την κρίση χρειαζόμαστε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, υγιείς τράπεζες, επαρκή ρευστότητα, λιγότερους φόρους και πολιτικές που να φέρουν μαζικές ξένες επενδύσεις. Για να φτάσουμε, όμως, σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και εισροών επενδύσεων, θα περάσουμε αναγκαστικά πρωτύτερα από χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και εισροών επενδύσεων, οι οποίοι αποτελούν επίσης μεγάλη ενδιάμεση επιτυχία και, ως εκ τούτου, είναι μέγα σφάλμα να υποτιμώνται.
Εντούτοις, δεν χρειάζεται κάποιο θαύμα για να καταγραφούν υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης από το 2018 κι ύστερα, αλλά η εφαρμογή της Εθνικής Αναπτυξιακής Στρατηγικής, αποδεσμευμένης από Μνημόνια, την οποία η παρούσα κυβέρνηση ξεκίνησε και θα ολοκληρώσει. Η έξοδος από την κρίση δεν είναι μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά μια διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει. Γιατί τα μικρά επιταχυνόμενα βήματα προηγούνται πάντα των μεγάλων αλμάτων… αν φυσικά δεν θέλουμε τα τελευταία να πέσουν στο κενό.
* υπουργός Οικονομίας & Ανάπτυξης
