Αιμιλία Σαλβάνου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είθισται στο τέλος του έτους να γίνονται απολογισμοί. Για την κοινότητα των ιστορικών, το έτος κλείνει με απώλειες. Ο Σπύρος Ασδραχάς, ο Βασίλης Κρεμμυδάς, ο Γκέοργκ Ιγκερς και ο Κώστας Βεργόπουλος, διανοητές που διαμόρφωσαν τις ιστορικές σπουδές στην Ελλάδα, έκλεισαν τον κύκλο της ζωής τους, αφήνοντας την κοινότητα φτωχότερη.

Οι νεκρολογίες μάς θύμισαν τα μονοπάτια βίου τους, τη διανοητική τους προσφορά, τους τρόπους με τους οποίους συνεισέφεραν σε ό,τι καταλαβαίνουμε σήμερα ως Ιστορία. Ωστόσο, οι νεκρολογίες είναι μια πρακτική που αφορά κυρίως τους ζωντανούς. Είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους δημιουργούν δεσμούς με τον εκλιπόντα, καταδεικνύουν τις συνέχειες, καθιστούν τους εαυτούς τους συμμέτοχους στην κληρονομιά που άφησε φεύγοντας.

Θα ήταν επομένως άδικο να μονοπωλήσει τη μνήμη τους η ακαδημαϊκή πρακτική της Ιστορίας. Υπάρχει ένα αόρατο νήμα που συνδέει και τους τέσσερις με την πρώτη γενιά των μεταπολεμικών ιστορικών: η πεποίθηση ότι η ιστορική και η πολιτική σκέψη είναι αλληλένδετες και ότι η Ιστορία δεν είναι μια πολιτικά ουδέτερη πρακτική, αλλά μια πρακτική που στοχεύει στην πρόοδο και την απελευθέρωση.

Ο Ιγκερς, ο Κρεμμυδάς, ο Βεργόπουλος και ο Ασδραχάς ανήκαν στη γενιά των διανοητών που γεννήθηκαν λίγο πριν ή μέσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και διαμορφώθηκαν επιστημονικά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Εζησαν με άλλα λόγια τον φασισμό και τον ναζισμό, την Αριστερά ως συμπύκνωση των ελπίδων για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο, τα μεγάλα απελευθερωτικά και αντιαποικιακά κινήματα των μεταπολεμικών δεκαετιών, τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα και την κατάργηση των φυλετικών διαχωρισμών, τα κινήματα ειρήνης.

Αν και, αναμενόμενα, ο καθένας τους συνδέθηκε με διαφορετικό τρόπο με τα κινήματα αυτά, στο σύνολό τους τα κινήματα αυτά αποτέλεσαν τον καμβά πάνω στον οποίο πήρε μορφή ο τρόπος που κατανοούσαν τον ρόλο της Ιστορίας και των ιστορικών.

Ο Ασδραχάς μιλούσε για την Ιστορία των «ταπεινών και των καταφρονεμένων», ο Κρεμμυδάς τοποθετούσε την Ελληνική Επανάσταση στο κοινωνικό και οικονομικό της συγκείμενο, ο Βεργόπουλος ανέλυε πολύπλευρα και με ιστορική προοπτική τις σχέσεις οικονομίας και κράτους, ο Ιγκερς μιλούσε για την ιστορικότητα της Ιστορίας.

Μέσα από διαφορετικές αφετηρίες, αναδεικνύουν όλοι με το έργο τους ότι η Ιστορία δεν είναι μια πολιτικά ουδέτερη διανοητική πρακτική – ότι ακόμη και όταν γράφει κανείς Ιστορία με υποδειγματικά ακαδημαϊκό τρόπο, ούτε μπορεί ούτε πρέπει να ξεφύγει από τα κρίσιμα ζητήματα του παρόντος.

Πώς διαμόρφωσε λοιπόν το πεδίο της ιστοριογραφίας αυτή η πρώτη γενιά των μεταπολεμικών ιστορικών; Θα αναφερθούμε εδώ σε τρεις από τις σημαντικότερες συνεισφορές της. Είναι κατ’ αρχάς η γενιά που καθιέρωσε τον κοινωνικό χαρακτήρα της Ιστορίας.

Πρόκειται για μια μεγάλη στροφή στις ιστορικές σπουδές, μια πολύ σημαντική ανανέωση του πεδίου, που έθεσε καινούργια ερωτήματα για το παρελθόν και ανέδειξε την ιστορία ομάδων που έμεναν μέχρι τότε στην αφάνεια. Ηταν επίσης η γενιά που άνοιξε την κοινότητα των ιστορικών σε γυναίκες, μη λευκούς και μη δυτικούς διανοητές.

Καθοριστικής σημασίας αλλαγή, αν συνυπολογίσουμε πέρα από το προφανές, τον εκδημοκρατισμό δηλαδή του πεδίου, ότι η ανανέωση των ερωτημάτων που έφερε αυτό το άνοιγμα έδειξε με καθαρό τρόπο ότι η Ιστορία δεν είναι εξωτερικός παρατηρητής των σχέσεων εξουσίας, αλλά σε μεγάλο βαθμό τις συγκροτεί.

Αρχίσαμε έτσι να σκεφτόμαστε ότι η ιστοριογραφία δεν αποτυπώνει κάποιο «αντικειμενικό παρελθόν» που μας αποκαλύπτεται με την έρευνα, αλλά τη συναρμογή εκείνων των θραυσμάτων του παρελθόντος που μας επιτρέπει να αναγνώσουμε ο πολιτισμικός κώδικας στον οποίο είμαστε ενταγμένοι. Τέλος, ήταν η γενιά που διεθνοποίησε τις ιστορικές σπουδές, απελευθερώνοντάς τες από τον στενό εναγκαλισμό της εθνικής ιδεολογίας και συγκροτώντας τα μεγάλα διεθνή φόρα της Ιστορίας.

Ο Ιγκερς, για παράδειγμα, πεπεισμένος για το ότι προκειμένου να κατανοήσουμε την ιστοριογραφία θα πρέπει να την εξετάσουμε σε παγκόσμιο επίπεδο, πρωταγωνίστησε το 1980 στην ίδρυση της Διεθνούς Εταιρείας για την Ιστορία και τη Θεωρία της Ιστοριογραφίας (ICHTH), στην οποία συμμετείχαν κορυφαίοι ιστορικοί από όλο τον κόσμο (ενδεικτικά: Wolfgang Mommsen, Jürgen Kocka, Edoardo Tortarolo, Dipesh Chakrabarty, Chris Lorenz, Jörn Rüsen, Frank Ankersmit, Jerzy Topolski, Masayuki Sato, Edward Wang, Ewa Domanska, Hayden White, Αντώνη Λιάκος).

Σήμερα, είναι ανάγκη να ξαναπιάσουμε το νήμα για το οποίο μιλήσαμε στην αρχή – το νήμα που συνδέει την ιστορική με την πολιτική σκέψη. Επικαιροποιημένο στα σύγχρονα αιτήματα βεβαίως, αμφισβητώντας και ανατρέποντας ενδεχομένως όσα μας κληροδοτήθηκαν, αλλά να το αναγνωρίσουμε. Κυρίως επειδή το νήμα αυτό το πλέκουμε με τις επιλογές μας, ακόμη και όταν διακηρύττουμε την πολιτική τους ουδετερότητα.

Και επιπλέον, γιατί αν κάτι θα πρέπει να διαφυλάξουμε, είναι ότι η Ιστορία δεν θα γίνει μια πρακτική που θα καθηλώνει σε παγιωμένες σχέσεις εξουσίας, αλλά θα κοιτάει προς τα μπρος, σμιλεύοντας έναν καλύτερο κόσμο.