Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν πιστεύω στην κριτική. Και όταν τη «γράφω», μειώνω τον εαυτό μου και κάνω εχθρούς. Και όταν υποστηρίζω πως η κριτική άλλα λέει και άλλα ήθελε να πει, γνωρίζω πως κάτι τέτοιο συμβαίνει από φόβο. Ο κριτικός φοβάται και συμβιβάζεται. Στο μεσοδιάστημα, εμφιλοχωρεί και το όποιο θάρρος του. Ποιος το(ν) υποστηρίζει; Το κύρος του εντύπου που το φιλοξενεί.

Την κριτική για ένα έργο, μόνο ως ένα άλλο έργο μπορώ να την καταλάβω. Οπότε γιατί το άλλο έργο που επέχει θέση κριτικής να προϋποθέτει επιχειρήματα;

Κι όταν αυτός που γράφει ως κριτικός, παρεκκλίνει από το καθήκον της αντικειμενικότητας, το κείμενο του επιτυγχάνει μία ευεργετική παρέκκλιση: «Τώρα πια είμαι πεπτωκώς, επομένως βρίσκομαι στην Κόλαση βελτιωμένη από εμένα τον ίδιο».

Η δημιουργική ματιά του Γιάννη Χουβαρδά στον «Γλάρο» του Τσέχοφ, άφησε, φοβούμαι, την Κόλασή του στάσιμη. Σκηνοθέτησε τον εξπρεσιονισμό που γνωρίζει καλά. Οι σκηνές του μου θύμισαν την «Οικογενειακή σκηνή» του Μαξ Μπέκμαν, εν κινήσει.

Εκείνο το φροϋδικό «ανοίκειο» που υπενθύμιζε την εσωτερική τάση του σκηνοθέτη να ενδίδει σε έμμονες μορφές έκφρασης. Γιατί πώς αλλιώς εξηγείται ο Χουβαρδάς, παρά την επιτυχία του, να φαίνεται στα μάτια μου πως εξακολουθεί να αισθάνεται τον εαυτό του αποδιωγμένο όπως τότε.

Ο «Γλάρος» του όμως υπήρξε daté: ούτε ξεπερασμένος ούτε λήξας, αλλά χρονολογημένος από την εποχή του Αμόρε. Οπότε, μόνον ως ρετρό των 90s θα μπορούσε να τον δω.

Συμβαίνει το ίδιο και με το έργο του Τσέχοφ; Το βλέπει κανείς όπως ακούει τη Σεχραζάτ του Ρίμσκι-Κόρσακοφ στο Μέγαρο; Νομίζω πως ναι.

Οπότε τα λόγια της Νίνα που θυμάται τα πάντα και ξαναζεί από την αρχή τα πάντα στον εαυτό της, έχω τη γνώμη πως και αυτήν την τοποθετούν όπως όλους μας στην Κόλαση του ταυτού: «εκεί που το ίδιο δεν κρύβει μέσα του παρά μόνο το ίδιο».

Οι μαγικές στιγμές της παράστασης, οι σιωπές και το επαναλαμβανόμενο σαν ρέκβιεμ «Guarda che luna», οι φωνές των εκνευρισμένων (από τον εαυτό τους;) ηθοποιών, η συγκινητική προσπάθεια της Αλκηστης Πουλοπούλου, η γνωστή άνεση του Καραζήση, η πείρα της Καραμπέτη, ο ζενπρεμιερισμός του Κουρή, το πένθιμο bal de tête με μάσκες ζώων (αλα Λιντς) στο τέλος, όλα τελοσπάντων σ’ όσα ο Χουβαρδάς είναι δυνατός, θα είχαν νόημα αν από το βάθος -τη στιγμή που ακούστηκε ο κρότος του όπλου του Τρέπλιεφ- επανέφεραν στη σκηνή μπροστά μας τον Τσέχοφ.