Και για μένα! Μόνο που ο δικός μου κλονισμός έχει να κάνει και με τη φιλία. Στη γιαπωνέζικη «ραψωδία» του Κομπάρου Ζεντσίκου (1405-1468), που ανέβασε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής, διέκρινα πίσω από τα λόγια και τις εικόνες ένα ακόμη βήμα του σκηνοθέτη στο σχέδιό του της δόμησης και αποδόμησης του θεάτρου μας και εμβάθυνα άλλη μια φορά στη στρατηγική του.
Σαν τον Ιάπωνα στρατηγό, δεν θέτει απλώς στόχους αλλά ανιχνεύει την εσωτερική δυναμική της κατάστασης (εδώ, του Θεάτρου Νο), ώστε, αφού συντονιστεί με τους ρυθμούς της (την αριστουργηματική ανθρώπινη λεπτότητα αυτού του θεάτρου), να κάνει τις συνθήκες να δουλεύουν για λογαριασμό του, υποβοηθώντας απλώς αυτό που θα συμβεί.
Μιλώντας με τη γλώσσα της «Μουσικής προσφοράς» του Μπαχ στον Φρειδερίκο, ο Μαρμαρινός προβαίνει στη συγχρονισμένη εκτέλεση δύο «δρόμων» (του παραμυθιού και της μουσικής του Ταλαχούρη), η εξέλιξη της συμμετρικής πορείας των οποίων εμπεριέχει ήδη την αντιστροφή της και την υποχρεωτική κατάληξή της στη σιωπή.
Διέγνωσα όμως και πάλι την πολιτική σημασία μιας τέτοιας σκηνοθετικής πορείας. Την αμφισβήτηση μιας από τις συνιστώσες της φιλελεύθερης Δημοκρατίας: την αντιπροσώπευση μια που οι σκηνοθεσίες του Μαρμαρινού με επιστρέφουν στην πεφωτισμένη μοναρχία της Τέχνης – πώς να το κάνουμε; Η ίδια αμφισβήτηση στο επίπεδο της αγοραίας λογικής προσβάλλει την αιτιότητα και τη γραμμική μας σχέση με τον χρόνο κατά τη διάρκεια της παράστασης.
Νά λοιπόν που ο Μαρμαρινός, τέσσερα χρόνια μετά την «Αυτοκρατορία» στο ΚΒΘΕ, ανέβασε στη Λυρική την Αυτοκρατορία των σημείων, όπου λογική του αιτίου και του αιτιατού, χρονική σειρά και αναπαράσταση, δίνουν τη θέση τους σε μια υπέροχη μετωνυμία: το ένα να είναι στη θέση του άλλου και τίποτα να μην είναι στη θέση του, όντας την ίδια στιγμή σε απόλυτη τάξη.
Ο Μαρμαρινός «δεν φωτογράφησε» την Ιαπωνία, αλλά η Ιαπωνία «τον αστροστόλισε με πολλαπλές αναλαμπές», όπως, άλλωστε, και το αρχαίο δράμα.
Αν αφήνατε λοιπόν την «αντικειμενική διάρκεια» των παραστάσεών του να την κρίνει ο Αϊνστάιν, θα παρακολουθούσατε το ταξίδι του Μαρμαρινού στο διάστημα με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Οταν τον επιστρέφει στη Γη, τη βρίσκει γερασμένη, ενώ οι δείκτες του ρολογιού του έχουν μετακινηθεί κατ’ ελάχιστον.
Θα αναγνωρίζατε, επίσης, τις αληθινές στιγμές του γιαπωνέζικου ποιήματος σε όλα τα σημεία, τις παύσεις και τις εντάσεις όπου η ανθρώπινη καρδιά μπορεί να τα αντιστρέψει: στη μάσκα φέρ’ ειπείν της Πιττακή αλλά και στα πρόσωπα του χορού, στις μαεστρικές χειρονομίες του Μοναχού ή στον θρήνο και τον ακίνητο σχεδόν χορό της Πριγκίπισσας που δεν κρατιέται από κανένα νήμα. Γιατί το θεατρικό συμβάν είναι μικτό: μια ανδρογυνία πίσω από μια μάσκα.
Θα σκεφτόσασταν, όμως, εάν πρέπει να πηγαίνατε ελαφρά τη καρδία στο θέατρο, κυριευμένοι από το άγχος, πάση θυσία, μιας εμπορικής ψυχαγωγίας. Και επιτέλους χωρίς την Τέχνη θα επαναλαμβάνατε τη ζωή σας απελπιστικά, παρότι η Τέχνη, για να οργανώσει το θέαμα, οφείλει να επαναλαμβάνεται λυτρωτικά.
Θα αναρωτηθείτε «πόσο γελοίο είναι να θέλετε να αμφισβητήσετε την κοινωνία χωρίς να σκεφτείτε τα όρια της γλώσσας σας».
