Η διεθνής προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας που χρησιμοποιεί το Ισλάμ ως πρόσχημα για την εγκληματική της δράση έχει, κατά τα τελευταία δυο έτη, περάσει σε μια καινούργια φάση. Η εξέλιξη σχετίζεται με την αναγνώριση ότι αυτού του είδους η τρομοκρατία δεν εξαρτάται πλέον ούτε από συγκεκριμένες οργανωτικές δομές ούτε έχει ανάγκη από σαφείς δογματικές και θεωρητικές κατευθύνσεις, αλλά τρέφεται και καθοδηγείται από αισθήματα τόσο κοινά και απλά, όπως το τυφλό, ακαθόριστο μίσος, την απελπισία, την ανία και τη ροπή στη νιχιλιστική βία.
Σχετίζεται επίσης με τη συνειδητοποίηση ότι αφενός μεν η τζιχαντιστική τρομοκρατία έχει πλέον σχεδόν πλήρως «εκδημοκρατιστεί» (αφού αποτελεί προσωπική επιλογή, ευθύνη και μέλημα του οποιουδήποτε), αφετέρου δε αποτελεί ένα προϊόν εξαιρετικά ελκυστικό σε πολύ μεγαλύτερα στρώματα πληθυσμού από τους συνήθεις υπόπτους μουσουλμάνους μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς των ευρωπαϊκών πόλεων.
Περιπτώσεις όπως αυτή του Lionel Dumont, του αποκαλούμενου και «Ξανθού Οσάμα», του Γάλλου πρώην στρατιωτικού που έγινε μουσουλμάνος και αρχηγός τρομοκρατικού δικτύου, υπεύθυνου για πολλές ληστείες και φόνους στη Γαλλία, αρχίζουν να γίνονται όλο και συχνότερες. Ο εξαιρετικά ευφυής Dumont είχε απαντήσει, όταν τον ρώτησαν το γιατί του προσωπικού του τζιχάντ: «Πριν από είκοσι χρόνια θα γινόμουν αναρχικός. Ο πόλεμος εναντίον της αδικίας ξεκινά σήμερα από το Ισλάμ» (1). Για πολλούς νέους υποβαθμισμένων προαστίων ευρωπαϊκών πόλεων, η απάντηση αυτή δεν μοιάζει πια ιδιαίτερα παράλογη ή αποκρουστική.
Η επικείμενη, αναπόφευκτη στρατιωτική ήττα του ISIS δεν σημαίνει και πολλά: η τρομοκρατία δεν θα σταματήσει, οι επιθέσεις δεν θα ελαττωθούν ιδιαιτέρως. Αλλωστε, το «Ισλαμικό κράτος», εδώ και καιρό, είχε απλώς και μόνον συμβολική σημασία, ως σημείο εστίασης, για τους εν αναμονή και εν υπνώσει τζιχαντιστές του δυτικού κόσμου. Η πρωτοκαθεδρία στον κόσμο της τρομοκρατίας αλλάζει συχνά, οι δε «οργανώσεις» της (οι διάφορες πρωτεϊκές μεταμορφώσεις της Αλ Κάιντα, η χρήση του δικτύου του Μπιν Λάντεν ως ονομασία φραντσάιζ για διάφορες ανεξάρτητες εγκληματικές επιχειρήσεις, η, με σαουδαραβικά κεφάλαια και τουρκική στήριξη, Αλ Νούσρα, το ISIS) δεν αποτελούν παρά κεφάλια μιας ύδρας, που εμπορεύεται και χρησιμοποιεί τον τρόμο εντελώς καιρο(και κερδο)σκοπικά.
Η μέθοδος προώθησης αυτού του τρόμου αλλάζει συνεχώς. Παρατηρώντας τα συνεχώς εναλλασσόμενα μοτίβα προπαγάνδας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης των τζιχαντιστών, μπορεί κανείς να αρχίσει να κατανοεί την εσωτερική «λογική» τους, το πού δηλαδή δίνουν έμφαση κάθε φορά.
Ετσι, τον πρώτο καιρό της στρατιωτικής εμπέδωσης του «Ισλαμικού κράτους», δινόταν ιδιαίτερη σημασία τόσο στις πολεμικές επιτυχίες του όσο και σε συγκεκριμένες πράξεις και ενέργειες (εκτελέσεις, καταστροφές αρχαίων) που ήταν σίγουρο ότι θα προκαλούσαν αποτροπιασμό στους αντιπάλους, αλλά και ενθουσιασμό σε φίλους και επίδοξους μαχητές. Στη συνέχεια, εξαπολύθηκε στο διαδίκτυο αυτό που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως εκστρατεία γοητείας (2), τόσο νοσηρή όσο και αποτελεσματική, που στηρίχτηκε στην αναπαράσταση της καθημερινότητας στο «χαλιφάτο» ως μιας απολύτως φυσιολογικής κατάστασης, ως μιας ομαλότητας, που αποτελούσε όμως συγχρόνως και τον αντεστραμμένο καθρέφτη του δυτικού κόσμου.
Αυτό που καθιστά τις τελευταίες εξελίξεις στην τζιχαντιστική προπαγάνδα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, είναι ότι η έμφαση πλέον δίνεται σε μια προσπάθεια καλλιέργειας της έκφρασης, εκλέπτυνσης του λόγου και χρήσης ποίησης και σουφικών, μυστικιστικών μοτίβων. Μπορεί να υπάρχει κάποια υπερβολή στην ανάδειξη αυτού του ερμητικού τρόπου εκφοράς ως αυτόνομης γλώσσας (των Jihadese), που δημιουργήθηκε με την ανάμειξη αγγλικής αργκό, εκφράσεων της ραπ, συντομογραφιών του διαδικτύου και ποιητικών κορανικών συμβόλων (3) [όπως για παράδειγμα, η χρήση των όρων «έγινε 72άρης» (4) και «έγινε πράσινο πουλί» (5) για τους μάρτυρες-βομβιστές αυτοκτονίας], όμως η ευρεία διάδοση αυτού του τρόπου επικοινωνίας στο σκοτεινό τμήμα του διαδικτύου αναδεικνύει μια νέα μεθοδολογία των τζιχαντιστικών δικτύων, που πλέον δίνουν και πάλι έμφαση στα αισθήματα αδικίας και απελπισίας των υποψηφίων θυμάτων τους και πλάθουν έναν ονειρικό κόσμο κοσμικών αντιθέτων και πάλης του καλού (του δικού τους καλού) εναντίον του κακού.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η τζιχαντιστική ποίηση και μουσική (6) που διακινείται ελεύθερα και σε μεγάλες ποσότητες σχεδόν παντού και η οποία, και αυτή, αναπαράγει, με παρόμοιο τρόπο, όλα τα στερεότυπα της νέας, ηρωικής, τζιχαντιστικής μυθολογίας.
(1) Andrew Hussey, «The French Intifada – The long war between France and its Arabs», Granta, 2014.
(2) Περισσότερα, στη δημοσιογραφική έρευνα της Anna Erelle, «In the skin of a jihadist», Harper Collins, 2015.
(3) Gurwinder Bhogal, «How Terrorists are creating a new Language», September 21, 2017, Areo.
(4) Ο αριθμός αναφέρεται στον αριθμό των παρθένων που κάθε μάρτυρας θα έχει στον Παράδεισο.
(5) Από κορανική σούρα, που αναφέρεται στα πράσινα πουλιά που θα οδηγήσουν τις ψυχές των μαρτύρων στον Παράδεισο.
(6) Alex Marshall, «Why I became a jihadist poetry critic», BBC News, August 29, 2017.
* (εκλ.) αναπληρωτή καθηγητή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο
