Μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου 2017 σε ομοσπονδιακό επίπεδο η γερμανική πολιτική κοινωνία τοποθέτησε τον εαυτό της πάνω σ’ ένα σκοινί και έγινε η ίδια ακροβάτις. Η μεταφορική αυτή εικόνα νομίζω ότι αποτυπώνει ανάγλυφα την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η γερμανική κοινωνία. Οι πολιτικοί αναλυτές επιχειρούν ήδη από την επομένη των εκλογών να αναλύσουν τα αποτελέσματα και να προδικάσουν το επικείμενο κυβερνητικό σχήμα συνεργασίας.
Σ’ ένα όμως μακροεπίπεδο αξίζει κανείς να προβληματιστεί για τα εξής δύο μείζονα ζητήματα: πρώτον, πώς και γιατί η σύγχρονη γερμανική κοινωνία αποκόπηκε από τον μεταπολεμικό πολιτικό πολιτισμό της και δεύτερον, πώς και γιατί στην περίπτωση της Γερμανίας επαναλαμβάνεται το ίδιο δομικό σφάλμα της δημοκρατίας να στρέφεται εναντίον του εαυτού της.
Οσον αφορά το πρώτο ζήτημα: Μετά τον πόλεμο (1949) ιδρύθηκαν δύο γερμανικά κράτη. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (BRD) και η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (DDR). Κατά την ιστορική φάση (1949-1989) οι διεργασίες στο συνειδησιακό και πολιτικό επίπεδο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι ριζικές και οδηγούν στο αποτέλεσμα να «κατασκευαστεί» μια πολιτική κοινωνία ανοιχτή, δημιουργική και ελεύθερη σε όλα τα επίπεδα.
Η πολιτική αυτή οντότητα αξιοποιεί τη φιλοσοφική παράδοση των μεγάλων Γερμανών φιλοσόφων όπως είναι π.χ. οι Kant, Hegel, Marx κ.ά. και εγκαθιδρύει σε όλους τους τομείς του κοινωνικού βιόκοσμου νομικούς θεσμούς και πολιτικές εταιρείες, οι οποίες προωθούν το πνεύμα του πολιτικού διαφωτισμού. Η περιώνυμη Σχολή της Φρανκφούρτης (Marx Horkheimer, Theodor W. Adorno, Herbert Marcuse και αργότερα ο Jürgen Habermas κ.ά.) εκφράζει στο επίπεδο του πνεύματος όλα όσα συμβαίνουν στο επίπεδο της πολιτικο-κοινωνικής πραγματικότητας. Η δυτική πολιτική γερμανική κοινωνία μέχρι το έτος-τομή, 1989, υποστασιοποιεί τη θετική διαμεσολάβηση ανάμεσα στη φιλοσοφική θεωρία και την πολιτική πράξη.
Κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες (δηλ. μετά το 1990) αρχίζει η φάση του τεχνοκρατικού πνεύματος, η οποία εκφράστηκε περίτρανα στις πρόσφατες κοινοβουλευτικές εκλογές. Για ποιο λόγο άραγε η καγκελάριος Μέρκελ έθεσε υποψηφιότητα για τέταρτη κατά σειρά φορά; Ασφαλώς ούτε η ίδια δεν μπορεί να απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα.
Η δημοκρατική αρχή θέτει στοιχειώδεις αυτοπεριορισμούς. Ή ορθότερα πολιτικούς αυτοελέγχους. Για τη «γερμανική περίπτωση» ισχύει η διάγνωση σύμφωνα με την οποία η Μέρκελ ως πολιτικό υποκείμενο δεν ήταν σε θέση ούτε να υπερασπιστεί, ούτε να διαφυλάξει στοιχειωδώς την πολιτική κληρονομιά της μεταπολεμικής Γερμανίας ως ελεύθερης δημοκρατικής και ανοιχτής κοινωνίας.
Οσοι από τους υποστηρικτές της ισχυρίζονται ότι υιοθέτησε «στάση ανεξιθρησκίας» απέναντι στο προσφυγικό ζήτημα δεν αντιλαμβάνονται τη διαφορά ανάμεσα στη διαχείριση και την πολιτική. Η Μέρκελ απέτυχε, αλλά δεν θα έπρεπε να ηττηθεί μαζί της και το πολιτικό πνεύμα της μεταπολεμικής Γερμανίας των Willy Brandt και Helmut Schmidt. Η τεχνοκρατική άσκηση της πολιτικής από τη Μέρκελ γέννησε το «τέρας» που ονομάζεται Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD).
Σχετικά με το δεύτερο ζήτημα, το οποίο ανέδειξαν οι γερμανικές εκλογές, αξίζει να τονιστούν τα εξής: Οι κοινοβουλευτικές δημοκρατικές διαδικασίες δεν έχουν ενσωματώσει μηχανισμούς ελέγχου συνειδήσεων και φρονημάτων. Ο πολίτης ως εκλέκτορας και ψηφοφόρος προσέρχεται στην κάλπη ως ελεύθερο άτομο και αποφασίζει κατά τη βούλησή του. Εκείνο όμως το σημείο το οποίο είναι σκοτεινό έχει να κάνει με τις διαδικασίες εκπαίδευσης του πολίτη-ψηφοφόρου.
Η πολιτική παιδεία του ψηφοφόρου είναι το μεγάλο ζητούμενο σε κάθε δημοκρατική κοινωνία. Επειδή όμως στη σύντομη αυτή ανάλυσή μας δεν μπορούμε να επεκταθούμε στη σκοτεινή όψη των δημοκρατικών διαδικασιών και στη διαμόρφωση των σχετικών παθολογικών φαινομένων, ας τονίσουμε ότι στον πυρήνα της αντιπροσωπευτικής διαδικασίας τοποθετείται μια δομή η οποία στρέφεται εναντίον της ίδιας της διαδικασίας. Το έτος 1933 ο Χίτλερ μέσω της κοινοβουλευτικής διαδικασίας στράφηκε εναντίον της. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) είναι μια κομματική συλλογικότητα, η οποία, όπως φαίνεται από τα γερμανικά πολιτικά πράγματα, θα λειτουργήσει ως κοινοβουλευτικό «τέρας».
Συνοψίζοντας υποστηρίζω ότι οι γερμανικές εκλογές αποτελούν ένα «μέγιστο πολιτικό μάθημα» για ολόκληρη την Ευρώπη σε δύο επίπεδα: πρώτα πρώτα, για την ίδια τη Γερμανία η πολιτική ταυτότητα που «κατασκεύασε» με θυσίες επί εβδομήντα ολόκληρα χρόνια (μετά το έτος 1949) κατέρρευσε.
Στο δεύτερο επίπεδο της δημοκρατίας και της πολιτικής ας σημειώσουμε ότι η Γερμανία ως πολιτική οντότητα δεν υπερασπίστηκε τη δημοκρατία, αλλά τελικά γέννησε ένα «νήπιο-τέρας» το οποίο στο εγγύς μέλλον θα γίνει γίγαντας. Η πολιτική οπισθοδρόμηση της Γερμανίας μετά τις πρόσφατες εκλογές είναι δεδομένη. Το ερώτημα είναι το εξής: Υπάρχουν πολίτες-φύλακες οι οποίοι υπερασπίζονται το δημοκρατικό πολιτικό παρελθόν της Γερμανίας ή μήπως τελικά όλοι μας, όπως ο συγγραφέας αυτού του κειμένου, «μεταμορφώνονται» σε «φύλακες στη σίκαλη» (Salinger);
*καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
