Πάτροκλος Γεωργιάδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ομολογώ ότι δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισα να ενοχλούμαι από τα «μικρά και ανούσια» της καθημερινότητάς μας. Είναι πάντως βέβαιο πως μάλλον οι οχλήσεις συνέπεσαν με την έναρξη της «μέσης ηλικίας», η οποία σύμφωνα με κάθε επιστημονική ή μη προσέγγιση οριοθετείται στο «περίπου». 

Η κατάστασή μου, όμως, έφτασε στο απροχώρητο όταν, ύστερα από παρότρυνση της οικογένειας, αποφασίσαμε να παρακολουθήσουμε, φέτος το καλοκαίρι, στο Ηρώδειο, την παράσταση από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου «Πέρσαι» του Αισχύλου. 

Περιττεύει η παράθεση της προσωπικής εμπειρίας, καθώς ούτε ειδικός είμαι ούτε, προφανώς, ενδιαφέρει αν επί παραδείγματι θαύμασα τον χορό, την πρωταγωνίστρια Καρυοφύλλια Καραμπέτη ή αν ο ηθοποιός που υποδύθηκε τον Ξέρξη μού φάνηκε τουλάχιστον μεθυσμένος, για να μην πω μαστουρωμένος (εκ του ρόλου βεβαίως). 

Μετά το τέλος της παράστασης η ευγενική γυναικεία φωνή που ακούστηκε από τα μεγάφωνα του θεάτρου, αφού πληροφόρησε τους πρώην θεατές για την «τάξη» εξόδου ώστε να μη δημιουργηθεί συνωστισμός και άρα να προκληθεί ταλαιπωρία ή κάποιο ατύχημα, παρακάλεσε να μην αφεθούν στους χώρους του θεάτρου πλαστικά μπουκαλάκια νερού ή άλλα αντικείμενα, ενημερώνοντας παράλληλα ότι μετά τις πύλες εξόδου υπήρχαν οι ανάλογοι χώροι εναπόθεσης απορριμμάτων (δηλαδή σκουπιδοτενεκέδες), όπου ο καθένας και η καθεμία θα μπορούσε να ρίξει, ότι δεν ήθελε να πάρει μαζί για το σπίτι. 

Ακριβώς δίπλα μου, νεαρή ύπαρξη στο άκουσμα της ανακοίνωσης σχολίασε απορημένη: «Καλά τώρα, θα μας τρελάνουν! Τόσα λεφτά τούς ακουμπήσαμε και δεν έχουν μια καθαρίστρια να καθαρίσουν…».

Να σημειώσω ότι το κόστος για το «άνω διάζωμα» όπου βρισκόμασταν ήταν της τάξης των δέκα ευρώ (εισιτήριο κλεισμένο μέσω διαδικτύου), αλλά για την τσέπη του καθενός… ουδείς λόγος! 

Από εκείνη τη στιγμή, δηλαδή ούτε δύο μήνες δεν πέρασαν, έγινα πιο παρατηρητικός: στο μετρό, ας πούμε, ακούω πλέον ευκρινώς τις ανακοινώσεις ότι «το κάπνισμα και η κατανάλωση φαγητού ή ποτού δεν επιτρέπονται».

Δοκίμασα δύο φορές να παρατηρήσω συμπολίτες μας. Ο μεν έτρωγε το εθνικό μας φαγητό στην αποβάθρα του σταθμού του Συντάγματος (σουβλάκι με πίτα) και με έστειλε εκεί που οι πιστεύοντες όλων των θρησκειών δεν θέλουν να πάνε.

Ο δε, εντός συρμού, απολάμβανε τον καφέ του, αλλά όταν δοκίμασα να του υπενθυμίσω τη σύσταση της κρατικής εταιρείας διαχείρισης του μετρό, άφησε το καλαμάκι από το στόμα του, κατέβασε το πλαστικό ποτήρι στο ύψος που φτάνουν τα χέρια μας όταν λαμβάνουμε στάση… προσευχής (σε ένδειξη σεβασμού και σεμνότητας) και μου απάντησε πως «απαγορεύεται η κατανάλωση, όχι η μεταφορά του προϊόντος». Εξυπνο ή εξυπνάδα; 

Ενα βράδυ, πάλι, περίμενα το τρόλεϊ στη στάση απέναντι από το Μέγαρο Μουσικής. Ποδηλάτης, που είναι αλήθεια τον είδα να έρχεται «καβάλα» επί του πεζοδρομίου, σταματά και μου λέει: «Τι θα γίνει; Θα περάσουμε;».

Απαντώ πως εδώ είναι πεζο-δρόμιο, αλλά η ανταπάντηση ήρθε κεραυνοβόλα: «Και τι θες, να πάω από τον δρόμο; Κάνε, ρε, πέρα».

Τη συνέχεια δεν θέλω να την περιγράψω, καθώς την ευθύνη για την μη ύπαρξη ποδηλατοδρόμων την πλήρωσε (λεκτικά) ο συγκεκριμένος. 

Για να μην «το κουράζω», η τελευταία μου διένεξη ήταν όταν σε κεντρικό σημείο της Αθήνας προσπάθησα να αποτρέψω οδηγό από το να σταθμεύσει το αυτοκίνητό του σε θέση αναπήρου. Θυμήθηκα την ντροπή που αισθάνθηκα όταν κάποτε στις Βρυξέλλες «πάρκαρα» σε μια τέτοια θέση, ευρισκόμενος πάντως σε απόσταση βολής (μην τυχόν έρθει κάποιος που τη δικαιούνταν).

Οταν άδειασε μια «κανονική» θέση, έσπευσα να μεταφέρω το δικό μου αυτοκίνητο εκεί. Ομως, ο αναχωρών οδηγός με αντιλήφθηκε, κατέβηκε από το όχημά του και μην ακούγοντας τις δικαιολογίες μου μού είπε με επιτιμητικό ύφος ότι «δεν μπορώ να καταλάβω την αγωνία ενός ανάπηρου ατόμου» που ψάχνει μια θέση και τη βρίσκει κατειλημμένη. 

Βέβαια ο τρόπος αυτός σκέψης ή αντίδρασης ίσως ισχύει μόνο για τη «Δύση». Τη Δύση που για πρώτη φορά (στον κόσμο;) ως έννοια οριοθετείται και οροθετείται στους «Πέρσες» του Αισχύλου: όταν η σύζυγος του νεκρού Δαρείου και μητέρα τού, ηττημένου στη μάχη της Σαλαμίνας, Ξέρξη ρωτάει τον χορό πού βρίσκεται η πόλη της Παλλάδος, ο χορός απαντάει πως βρίσκεται στη Δύση, εκεί όπου χάνεται ο ήλιος (στίχος 232). 

Ο Αισχύλος βάζει στο στόμα της τα λόγια αυτά. 

Στο Ηρώδειο, πάντως, το χειροκρότημα «έπεσε» όταν ο χορός απαντώντας σε άλλο ερώτημα της μητέρας του ηττημένου αυτοκράτορα απαντά πως «οι Ελληνες δεν είναι υπήκοοι κανενός», καθώς δεν μπορούσε να εξηγηθεί πώς πολεμούν χωρίς να έχουν βασιλιά ή κάτι τέτοιο πάνω από το κεφάλι τους. Ηταν ένα χειροκρότημα μαγκιάς και περηφάνιας, γιατί εμείς όταν πληρώνουμε έχουμε δικαίωμα ζωής ακόμη και επί των καθαριστριών -να πούμε. 

Και επειδή μεγάλη κουβέντα έχει ανοίξει τελευταία, η συμπεριφορά εντός της κοινωνίας μπορεί πράγματι να μην είναι θέμα «Αριστείας»· είναι όμως σίγουρα θέμα «Παιδείας». Κάποιοι άλλοι το λένε «Ηθος». Κι αυτό δικό μας είναι… 

*ειδικός εμπειρογνώμονας στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου. Διετέλεσε γενικός γραμματέας στα υπουργεία Εσωτερικών, Δημόσιας Τάξης και Ανάπτυξης