Ανεβαίνουμε σιγά-σιγά το Όρος Τρόοδος. Πρωινή ώρα, μόλις που ξημέρωσε, με την κίνηση απελπιστικά αραιή και περίεργα αναιμική. Στο δρόμο συναντάμε αρκετά στριφογυριστά χωριά, χαμένα στο πράσινο των αμέτρητων πεύκων στις πλαγιές του μεγάλου βουνού, στη μέση της κυπριακής μεγαλονήσου. Οι Κύπριοι των μεγάλων πόλεων, κυρίως Λεμεσού και Λευκωσίας, τα έχουν πάντοτε κατά νου, και τα τιμούν δεόντως στις αργίες και τα Σαββατοκύριακα, και σαφώς περισσότερο στις ζεστές περιόδους του καλοκαιριού.
Πεντακάθαροι δρόμοι σε οδηγούν αργά στα μικρά χωριουδάκια με καταλύματα όλων των ειδών και βαλαντίων. Καθαρή Δευτέρα, τέλη Φεβρουαρίου, και καθώς η ώρα περνάει, εκπλήσσομαι με τη συνεχή ανυπαρξία αυτοκινήτων. Στις Πάνω Πλάτρες, ένα κεντρικό χωριό χωμένο στο καταπράσινο περιβάλλον, ακόμα και τα γραφεία του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, είναι κλειστά. Μόλις και μετά βίας να βρεις κάτι ανοιχτό, έστω ένα καφενείο για τις μικρές πολυποίκιλες ανάγκες της διαδρομής.
Λιγοστοί και οι κάτοικοι στην κεντρική πλατεία του δημοφιλούς τουριστικού προορισμού. Εδώ στο ειδυλλιακό τοπίο που κάποτε ο Σεφέρης έγραφε πως ‘τα αηδόνια δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς’, ενώ η ρομαντική Αγγλίδα συγγραφέας και δραματουργός, Δάφνη ντι Μωριέ, τελείωνε το μυθιστόρημα ‘Ρεβέκκα’. Οι μοναδικοί που συνεχίζουν την ανάβαση, είναι οι λάτρεις του σκι.
Πάνω ψηλά, στις κορυφές, το χιόνι είναι ακόμα άφθονο και οι πίστες όσο περνάει η ώρα, με σχετικό συνωστισμό. Ανεβαίνοντας ψηλότερα, και ξεπερνώντας τα 1400 μέτρα, τα πολλαπλά τζιπ των μεγάλων κινητήρων, γεμάτα με τα απαραίτητα εξαρτήματα των σκιέρ, αφθονούν.
Εκτεταμένο δίκτυο μικρών ξύλινων κατοικιών με τζάκια που καπνίζουν και ζεστές γωνιές, γεμίζει ευχάριστα τις πλαγιές του βουνού και τις αισθήσεις.
Η εξήγηση για την ανυπαρξία μεγάλου αριθμού εκδρομέων, δεν άργησε να έρθει. Την Καθαρή Δευτέρα, οι Κύπριοι προτιμούν τις παραθαλάσσιες περιοχές. Η Μονή Κύκκου, όμως, με την πλούσια ιστορία και προσφορά της στον απελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων, με άφθονους εντυπωσιακούς και πεντακάθαρους χώρους και υπέροχη θέα, κυριολεκτικό θησαυροφυλάκιο μοναστηριακών αγιογραφιών, τοιχογραφιών και ξυλόγλυπτων τέμπλων, εντυπωσιάζει ευχάριστα.
Στα ενδιάμεσα διαλλείματα, οφείλω να εξομολογηθώ, έκανα χρήση κάποιων αμυδρών και υποσημαινόμενων δημοσιογραφικών μου απωθημένων, και προσπάθησα να μάθω τι σκέφτονται οι φίλοι και συνάδελφοί μου εδώ, για το μέλλον του νησιού, όπως προδιαγράφεται σήμερα, πέρα από τις στενές πολιτικές συμπάθειες και όποιες προσωπικές εμπλοκές ενός εκάστου.
Ενοχλεί τον κυπριακό ελληνισμό η συμπεριφορά της ηγεσίας του άλλου τμήματος του νησιού. Προσπαθεί να εξισώσει, λένε, την τουρκοκυπριακή κοινότητα με την απ’ εδώ ελληνοκυπριακή, την πλειοψηφία με τη μειοψηφία, το κυρίαρχο κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας με το παρακράτος, την όλη προσπάθεια της Τουρκίας να εισέλθει στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την πίσω πόρτα, χρησιμοποιώντας ως άρμα το βόρειο τμήμα του νησιού.
Τελευταίο επιδόρπιο που έφεραν στο προσκήνιο, ήταν η αξίωση να ανακληθεί η απόφαση της Βουλής για το ενωτικό δημοψήφισμα, ωσάν να αποτελεί η όποια δημοκρατική απόφαση ενός λαού, πανάκεια.
Την ίδια στιγμή, η απέναντι πλευρά ξεχνά και παρακάμπτει την πολύχρονη τουρκική κατοχή μεγάλου τμήματος του νησιού, με τον ηγέτη της, Ακιντζί, να απειλεί διακοπή των συνομιλιών για ένα ψήφισμα, χωρίς στην πραγματικότητα κάποιο ουσιαστικό αντίκρισμα.
Ο εκβιασμός της Άγκυρας, είναι απλός σε σύλληψη και αποσκοπεί να δώσει στον Πρόεδρο Ερντογάν την πολυπόθητη βοήθεια ώστε να εκλεγεί και χρηστεί και παντοδύναμος σουλτάνος στο επικείμενο δημοψήφισμα της χώρας του, για μια περίοδο τουλάχιστον δέκα ετών, όπως διατείνονται.
Ταυτόχρονα οι Τουρκοκύπριοι ρίχνουν την ευθύνη για την όποια αποτυχία των διαπραγματευτικών συνομιλιών στην απ’ εδώ πλευρά και τον Πρόεδρο Αναστασιάδη. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, λένε οι Ελληνοκύπριοι, ότι απέδρασε στην πραγματικότητα και κατευθύνεται προς το Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν, για να παραστεί σε κάποια διάσκεψη. Βλέπω, στους συνομιλητές μου, μια σεβαστή συμφωνία ή σχετική ανοχή στις όποιες προσπάθειες του Προέδρου τους για λύση του μακροχρόνιου εθνικού προβλήματος, χωρίς επιθετικούς χαρακτηρισμούς.

Ίσως θα μπορούσα να ονομάσω την όλη κατάσταση, όπως τουλάχιστον αυτή έχει διαμορφωθεί, σιωπηλή έγκριση των κινήσεων του Κύπριου Προέδρου, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης.
Η μεγάλη πλειοψηφία των Κυπρίων είναι, επίσης, εναντίον κάθε μορφής παρέλασης και αντιπαράθεσης των εκπροσώπων των πολιτικών κομμάτων στα τηλεοπτικά πάνελ για το ύψιστης σημασίας, πάντοτε, εθνικό θέμα. Οι όποιοι πολιτικοί εικονικοί διαχωρισμοί προσβλέποντας σχεδόν αποκλειστικά στην ψήφο του, πρέπει να σταματήσουν, λένε, αφού προέχουν άλλα απείρως σοβαρότερα. Η δεινή πραγματικότητα, είναι άλλη για τους περισσότερους!
Κατεβαίνοντας αργά το απόγευμα, στα χαμηλά επίπεδα γύρω από τη Λεμεσό, στις ήπιες πλαγιές των προαστίων της μεγαλούπολης (η οποία ξεπερνά τις διακόσιες χιλιάδες ψυχές σήμερα), που βρίσκονται γύρω από το Γενικό Νοσοκομείο της Λεμεσού, η κίνηση ακόμα μάλλον μεγάλη.
Στα άδεια οικόπεδα, απ’ το πρωί πολλοί Κύπριοι μετέφεραν όπως-όπως, πλαστικά τραπέζια, καρέκλες, αυτοσχέδιους μηχανισμούς ψησίματος κρεάτων, κρασί και ότι άλλο συνεπάγεται η μέρα, και το φαγοπότι συνεχίζεται ακάθεκτο μέχρι αργά.
Οι μεγαλύτεροι κάνουν τη συνηθισμένη τους ευχή ‘καλήν ελευθερίαν’, οι νεότεροι τα δικά τους. Αν περάσουν μια ή δύο δεκαετίες ακόμα, ισχυρίζονται οι πρώτοι, πολλά πράγματα θα αρχίσουν να μπαίνουν οριστικά στο περιθώριο της συλλογικής μνήμης.
Το αντίθετο, παρατηρώ, συμβαίνει για κάποια άλλα θέματα που ταλανίζουν το εσωτερικό της κοινωνίας, όπως το περισπούδαστο και δύστροπο θέμα του Συστήματος Υγείας της μεγαλονήσου, με τη διαφαινόμενη μίξη του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην περίθαλψη και τις κοινωνικές υπηρεσίες προς τους πολίτες.

Ήδη προγραμματίζονται συναντήσεις του Προέδρου με τις ενώσεις των γιατρών και των νοσηλευτών για ξεκαθάρισμα των προθέσεων της κυβέρνησης και ανακοίνωση των καινούργιων μέτρων που βρίσκονται καθ’ οδόν. Εδώ, καθώς και σε πολλά άλλα εσωτερικά προβλήματα της κυπριακής κοινωνίας, όλοι εκφράζονται με έντονο προσωπικό ή κομματικό λόγο.
Απαιτούν από τους εκπροσώπους των πολιτικών παρατάξεων ξεκάθαρη θέση κι όχι παλινωδίες και υποκρισίες, ζητούν να πέσουν οι μάσκες των πολιτικών προσώπων, γιατί αλλιώς η θέση τους είναι μέσα στους παρελαύνοντες του μεγάλου καρναβαλιού της Λεμεσού.
Κάποιοι ζητούν το ίδιο να ισχύσει και για το μεγάλο εθνικό θέμα, αλλά οι περισσότερες συζητήσεις σταματούν εκεί. Μερικοί θέλουν τους πολιτικούς τους να επισκέπτονται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο τα φυλακισμένα μνήματα των αγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνα που βρίσκονται μέσα στις Κρατικές Φυλακές Λευκωσίας, ώστε να θυμούνται τις ελπίδες και επιθυμίες εκείνων των ηρωικών μορφών, πέρα από τις επίσημες φανφάρες και ετήσιες αναφορές των γεγονότων, όπως γίνεται κάθε χρόνο στη Μονή Μαχαιρά και κοντά στο σημείο που ο ‘Σταυραετός του Μαχαιρά’, όπως ονομάστηκε στη συνέχεια, ο Γρηγόρης Αυξεντίου, βρήκε τραγικό και επώδυνο θάνατο από τους Άγγλους, στις 3 Μαρτίου 1957, εξήντα χρόνια τώρα.
Εξήντα ολόκληρα χρόνια από εκείνη την περίοδο κατά την οποία ο Αυξεντίου, παλληκάρι των είκοσι εννέα μόλις χρόνων, καθήλωσε την ιστορία με την απαράμιλλη αγωνιστική του συμπεριφορά. Κι όπως είπε ο Μόντης, ‘εκείνο το όχι, δεν το επανέλαβε η ηχώ, ήταν πολύ βαρύ για να το μεταφέρει… Εκείνο το πρωί, ένας άνθρωπος θ’ άλλαζε τ’ όνομα των βουνών’. Μια μερίδα πολιτών, διαπιστώνω με άφθονα ερωτηματικά, καταφέρεται εναντίον των πολιτικών τους.

Κατηγορούν και εαυτούς, αφού ακόμη τους επιτρέπουν να τους παραμυθιάζουν σε συνεχόμενη βάση. Υβρίζουν με το δικό τους τρόπο, τους όποιους ‘πολιτικούς αρλεκίνους’, που δεν θα διστάσουν, ακόμη και σε τόσο ιερές στιγμές, να φορούν τη μάσκα της υποκρισίας.
Ετούτος ο τόπος σκέφτομαι, γεννάει όχι μόνο στους πολίτες του, αλλά και στον επισκέπτη, ανάμικτα συναισθήματα. Εθνικά, εθνικιστικά, πατριωτικά, όλα!
Το διαπιστώνω για μια ακόμα φορά απ’ τις πολλές που επισκέφτηκα το μαρτυρικό τόπο της Κύπρου. Συζητήσεις, αντεγκλήσεις, διαπιστώσεις, προτάσεις, αναλύσεις, απόψεις, όλα στην καθημερινή πραγματικότητα.
Οι μεγαλύτεροι έχουν ίσως πιο κατασταλαγμένη άποψη. Όλοι και όλα, διαπιστώνω τελικά, προσκρούουν στον τρόπο, ή καλύτερα στη διαδικασία με την οποία θα φανεί κάποια, έστω, στοιχειώδης πρόοδος στο επίμαχο εθνικό θέμα του ευρύτερου ελληνισμού!
