Η πρόσφατη νίκη του Ρεπουμπλικάνου Ντόναλντ Τραμπ στις τελευταίες αμερικανικές εκλογές δημιούργησε εκ νέου αναταράξεις στους κύκλους μεγάλων θεσμικών οργανισμών, καθώς και στους επικεφαλής κάποιων χωρών που εμφιλοχωρούν γεωγραφικά, πολιτικά, πολιτιστικά και ιστορικά μεταξύ κεντρικής και κεντρο-ανατολικής Ευρώπης, όσο και όπως τουλάχιστον μπορεί να καθοριστεί από την παραπαίουσα γνώση της περιοχής. Η δήλωση του νεοεκλεγέντος Προέδρου, ότι δηλαδή οι χώρες της Ευρώπης πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται σοβαρά το ενδεχόμενο να αποκτήσουν τη δική τους ασφάλεια και να μην στηρίζονται αποκλειστικά στην πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη, πράγμα που υπαινίσσεται ότι θα πρέπει να αυξήσουν το ποσοστό του ΑΕΠ που διαθέτουν για την ασφάλειά τους, τάραξε πολλούς και έκανε ακόμα περισσότερους να χάσουν τον ύπνο τους. Αναγκαστικά οι έννοιες της κεντρικής, της κεντρο-ανατολικής και της ανατολικής Ευρώπης, της ομάδας των τεσσάρων χωρών του Βίσεγκραντ, και των Βαλτικών χωρών, ήρθαν φυσικά με κάποια άλλη μορφή, πάλι στο προσκήνιο των συζητήσεων.
Η ιστορία όμως των περιοχών αυτών, έχει μεγάλο υπόβαθρο και ενδιαφέρον. Ο εικοστός αιώνας χάραξε καινούργιες γραμμές, γεωγραφικές, πολιτικές και πολιτιστικές, και έδωσε γένεση σε καινούργια κράτη και νοοτροπίες, παράλληλα με την ανάδειξη σοβαρών ερωτημάτων που θα έρθουν αναγκαστικά στην επιφάνεια του καινούργιου αιώνα που διανύουμε. Το σπουδαιότερο όμως, μας υπενθύμισε ότι κάποιες παράμετροι της ιστορίας βρίσκονται με τη μία ή την άλλη μορφή, πανταχού παρούσες. Η σημαντική, όπως εξελίχτηκε, δεκαετία του 1980, μας έδωσε απλόχερα δραματικούς πολιτικούς και πολιτιστικούς διαλόγους και αντιπαραθέσεις σχετικά με την έννοια και τον γεωγραφικό χώρο της Κεντρικής Ευρώπης, μια χρονική περίοδο κατά την οποία ετέθησαν ζωτικής φύσεως ερωτήματα ως προς το εάν η ‘Κεντρική Ευρώπη’ θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συγκεκριμένη ιστορική και γεωγραφική περιοχή και κυρίως αν υπήρχε ξεχωριστή ταυτότητα της Κεντρικής Ευρώπης έναντι των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αυτή η συζήτηση υποκινήθηκε από τους διανοούμενους της Κεντρικής Ευρώπης, με πρώτο και καλύτερο τον Τσέχο Μίλαν Κούντερα και ειδικά με το άρθρο του ‘Η τραγωδία της Κεντρικής Ευρώπης’. Το άρθρο αυτό του Κούντερα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο σουηδικό περιοδικό ‘Ord och Bild’ το 1983, ενώ στην αγγλική γλώσσα εμφανίστηκε ένα χρόνο αργότερα, συγκεκριμένα στις 26 Απριλίου του 1984, στο έγκριτο New York Review of Books με τίτλο ‘The Tragedy of Central Europe’.
Γράφει προς το τέλος του κειμένου του ο μεγάλος συγγραφέας, ‘….Μετά την καταστροφή της αυστριακής αυτοκρατορίας, η Κεντρική Ευρώπη έχασε τις επάλξεις της. Μήπως δεν έχασε και την ψυχή της μετά το Άουσβιτς, το οποίο σάρωσε το εβραϊκό έθνος μακριά απ’ τις ρίζες του; Και μετά την απομάκρυνσή της από την Ευρώπη το 1945, εξακολουθεί άραγε να υπάρχει Κεντρική Ευρώπη; Ναι, η δημιουργικότητα και οι εξεγέρσεις της δείχνουν ότι δεν έχει ακόμα χαθεί. Αλλά αν το να ζούμε σημαίνει να υπάρχουμε στα μάτια εκείνων που αγαπάμε, τότε Κεντρική Ευρώπη δεν υπάρχει. Πιο συγκεκριμένα, στα μάτια αυτής της αγαπημένης Ευρώπης, η Κεντρική Ευρώπη είναι μόνο ένα μέρος της σοβιετικής αυτοκρατορίας και τίποτα περισσότερο, τίποτα περισσότερο. Και γιατί θα πρέπει αυτό να μας εκπλήσσει; Λόγω του πολιτικού της συστήματος, η Κεντρική Ευρώπη είναι η Ανατολή, δυνάμει της πολιτιστικής της ιστορίας, είναι η Δύση…’.
Και καταλήγει, ότι ο σκληρός πυρήνας της Ευρώπης θεωρεί την Κεντρική Ευρώπη ως καθεστώς κι όχι ως κουλτούρα και πολιτιστική αξία! ‘…Αλλά δεδομένου ότι η ίδια η Ευρώπη βρίσκεται στη διαδικασία να χάσει την πολιτιστική της ταυτότητα, αντιλαμβάνεται την Κεντρική Ευρώπη ως τίποτα περισσότερο από ένα πολιτικό καθεστώς. Με άλλα λόγια, βλέπει την Κεντρική Ευρώπη μόνο ως Ανατολική Ευρώπη. Η Κεντρική Ευρώπη, ως εκ τούτου, πρέπει να αγωνιστεί όχι μόνο απέναντι στο μεγάλο καταπιεστικό γείτονά της, αλλά και στην έξυπνη και ασφυκτική πίεση του χρόνου, ο οποίος εγκαταλείπει την εποχή του πολιτισμού στο πέρασμά του. Γι’ αυτό και στις εξεγέρσεις της Κεντρικής Ευρώπης υπάρχει κάτι συντηρητικό, σχεδόν αναχρονιστικό. Προσπαθούν απεγνωσμένα να αποκαταστήσουν το παρελθόν, το παρελθόν του πολιτισμού, το παρελθόν της σύγχρονης εποχής. Μόνο σε αυτό το χρονικό διάστημα, μόνο σε έναν κόσμο που διατηρεί μια πολιτιστική διάσταση, η Κεντρική Ευρώπη μπορεί ακόμα να υπερασπιστεί την ταυτότητά της, να δει ακόμα αυτό που είναι. Έτσι, η πραγματική τραγωδία για την Κεντρική Ευρώπη, δεν είναι η Ρωσία, αλλά η Ευρώπη! Αυτή η Ευρώπη που αντιπροσώπευε μια αξία τόσο μεγάλη, ώστε ο διευθυντής του Ουγγρικού Πρακτορείου Ειδήσεων ήταν έτοιμος να πεθάνει γι αυτή, και για την οποία ο ίδιος πράγματι πέθανε. Πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα, δεν υποψιαζόταν ότι οι καιροί είχαν αλλάξει και ότι στην Ευρώπη, η ίδια η Ευρώπη δεν ήταν πλέον αντιληπτή ως αξία. Δεν υποψιαζόταν ότι η καταδίκη που έστελνε με τέλεφαξ πέρα από τα σύνορα της χώρας του θα φαινόταν ξεπερασμένη και δεν θα γινόταν κατανοητή’.
Την ίδια χρονιά είδε το φως της δημοσιότητας η εργασία του Ούγγρου ιστορικού Jeno Szücs (1928–1988) με τίτλο, ‘Οι τρεις ιστορικές περιοχές της Ευρώπης’. Η συγκεκριμένη εργασία δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά παράνομα το 1980 στην ουγγρική γλώσσα, ενώ η πρώτη της επίσημη δημοσίευση έγινε το 1983 στα αγγλικά, στο περιοδικό Acta Historica Academiae Scientiarum Hungaricae (‘The Three Historical Regions of Europe’. Τόμος 29, σελίδες 131-184). Σε αντίθεση με τον Μίλαν Κούντερα, ο Jeno Szücs δεν ισχυρίστηκε ότι η Κεντρική Ευρώπη ήταν μέρος της Δύσης, αλλά η δική του επιστημονική ανάλυση της ιστορίας εξακολουθεί να δίνει σαφή στήριξη στην ιδέα του Κούντερα, ότι δηλαδή η Κεντρική Ευρώπη αποτελεί στην ουσία το διαχωριστικό όριο της Κεντρικής Ευρώπης από την Ανατολική Ευρώπη, η οποία αντιπροσωπεύεται κυρίως από τη μεγάλη Ρωσία. Στο περίφημο δοκίμιό του ‘Οι τρεις ιστορικές περιοχές της Ευρώπης’ ο Jeno Szücs υποστήριξε ότι η Ευρώπη παρουσιάζει τρεις ιστορικές περιοχές. Τη Δυτική, την Κεντρο- ανατολική και την Ανατολική Ευρώπη.
Αλλά κι άλλοι διανοούμενοι της Κεντρικής Ευρώπης, μεταξύ άλλων, όπως οι Πολωνοί Τσέσλαβ Μίλος (Czesław Miłosz, 1911-2004), ο ποιητής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι (Adam Zagajewski (1945- ), κι ακόμα ο Ούγγρος μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος Γκιόρκι Κόνραντ (György Konrad, 1933- ) βρίσκονταν στο ίδιο μήκος κύματος.
‘…Κι εγώ πολλές φορές αναζητούσα τους απόντες /σε τόσες πόλεις, στο αεροπλάνο, στα ερείπια/των ηττημένων εξεγέρσεων, συνομοσπονδιών/στην αποτυχημένη εκδρομή στις Συρακούσες/στις μακρυνές βόλτες στο Παρίσι/στην ακτή του ωκεανού, στον οποίο/θα βυθίζονταν ολόκληρη ήπειρος./Σαν τον βασιλιά της Ασίνης στον Σεφέρη, σκέφτηκα /τίποτα κάτω απ’ τη χρυσή προσωπίδα, ζωντανή απουσία /μα το κενό αυτό κάθε στιγμή μπορεί/να γεμίσει, αφού μπορεί να συμβεί/ο βασιλιάς ξαφνικά να γυρίσει και ο χρυσός να λάμψει θριαμβευτικά./Στον κήπο κουνιούνται οι υγροί θάμνοι του φραγκοστάφυλου/ο άνεμος φυσάει. Να ξέρεις πως περιμένουμε. Συνέχεια περιμένουμε’, έγραφε σ’ ένα ποίημα της συλλογής ‘Το αόρατο χέρι’ (Niewidzialna Reka, 2009), ο Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι.
Ήταν φανερό ότι στην προσπάθειά τους να κατασκευάσουν την έννοια της Κεντρικής Ευρώπης, είχαν δρομολογημένες μια σειρά από σκέψεις, ιδέες και στόχους. Η πρόθεσή τους ήταν να μπορέσουν να δείξουν στο δυτικό κόσμο, μια εικόνα του πραγματικού, του ρεαλιστικού ανατολικού μπλοκ που δεν ήταν όμως μονόλιθος, έτσι ώστε οι δυτικοί διανοούμενοι και πολιτικοί να έριχναν το βλέμμα τους και να παρατηρούσαν προσεκτικότερα τις μικρές χώρες και τα έθνη που είχαν υποστεί καταπίεση από τη Σοβιετική Ένωση μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και αναγκάστηκαν χωρίς τη θέλησή τους να δεχτούν το κομμουνιστικό σύστημα ως το κυρίαρχο μοντέλο στην πολιτική ζωή των χωρών τους. Ο απώτερος στόχος τους ήταν να κάνουν ορατές τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης στη δυτική κοινή γνώμη, να δει η Δύση την πραγματικότητα την οποία βίωναν, εκόντες άκοντες, όσο μπορούσε, και να αποκτήσουν επιτέλους την απαιτούμενη και πολυπόθητη στήριξη της αντιπολίτευσης απέναντι στα ισχυρά τότε και αρκούντως δύσκαμπτα κομμουνιστικά καθεστώτα.
Η έννοια της Κεντρικής Ευρώπης, εξυπηρετούσε επίσης κάποιους σκοπούς σε συγκεκριμένους κύκλους εντός των χωρών αυτών. Συγκεκριμένα, δυνάμωσε την έστω μικρού βαθμού αντίσταση αρχικά, διαπιστώνοντας και δηλώνοντας την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης ταυτότητας της Κεντρικής Ευρώπης με παράλληλη προσπάθεια οριοθέτησής της. Οι κάτοικοι των χωρών δυτικά της Σοβιετικής Ένωσης θα ήταν σε θέση πλέον να χαράξουν μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ αυτών και της Ρωσίας και να αποστασιοποιηθούν από το πολιτικό σύστημα που είχε επιβληθεί στις χώρες τους, και, κατά συνέπεια, να καταδείξουν την πολιτιστική τους συγγένεια με τη Δυτική Ευρώπη περισσότερο, παρά με την ανατολή. Η έννοια της Κεντρικής Ευρώπης συνεπαγόταν επίσης την ιδέα μιας κοινής ιστορίας για όλους τους λαούς της Κεντρικής Ευρώπης. Είχε σε τελική ανάλυση ένα ενοποιητικό αποτέλεσμα και βοήθησε δεόντως να δημιουργηθεί ένα αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης που ήταν επιτακτική ανάγκη για τη συνεργασία μεταξύ των διανοουμένων σε αντίθεση βεβαίως με τους πολιτικούς εκπροσώπους των καθεστώτων.
Το πόσο θα συνεχιστεί αυτή η ενοποίηση και συνεργασία σε διάφορους τομείς, με την εγκατάσταση του καινούργιου ένοικου στο Λευκό Οίκο, μένει άγνωστο. Τουλάχιστον επί του παρόντος. Αναμφίβολα όμως, κάποια πράγματα θα αλλάξουν για μερικές από αυτές, κάτι που δεν αποτελεί εξαίρεση του κανόνα, αλλά μάλλον τον επιβεβαιώνει πανηγυρικά, ότι δηλαδή υπάρχουν πολλές λευκές σελίδες ακόμα στο βιβλίο της ιστορίας που έχουν να κάνουν με τη γεωγραφική ετούτη θέση, και οι οποίες αναμένουν υπομονετικά το πολύτιμο γι’ αυτές υλικό!
Σε μια από αυτές θα γραφτεί σίγουρα, και η απομάκρυνση του αγάλματος του φιλόσοφου Γκέοργκ Λούκατς στη Βουδαπέστη, όπως ανακοινώθηκε πρόσφατα!
