1. Το γήρας είναι τρομακτικά αστείο. Μπορεί να πεθάνεις (και) από ακατάσχετα γέλια.
2. Οταν ακούς ανθρώπους να σου ανοίγουν τα μύχιά τους και να σου λένε (μ’ αυτή την αξιοπρεπώς πληγωμένη φωνή) ότι όλα μόνοι τους τα κατάφεραν, ότι έχουν ελάχιστους φίλους από το νηπιαγωγείο μέχρι σήμερα, ότι όλοι τους υπονομεύουν (οικογένεια, συνάδελφοι, σχέσεις), αυτοί όμως άντεξαν, ότι δεν εμπιστεύονται πλέον κανέναν, αρχίζετε να τρέχετε. Τα πόδια στην πλάτη. Ο ιστός της αράχνης πρώην θύματος και νυν θύτη ξετυλίγεται. Εκ του καταστήματος.
3. Κάποιοι άνθρωποι μένουν για πάντα ξένοι στη ζωή σου. Κι όσο περισσότερο νομίζεις ότι τους γνωρίζεις τόσο πιο ξένοι αποκαλύπτονται. Ξένοι στο καλό και στο κακό. Είναι σαν να πλησιάζεις κάτι από το οποίο απομακρύνεσαι. Κι όσο περισσότερο νομίζεις ότι πλησιάζεις αυτό το σημείο τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι. Κατά βάθος είναι μοχθηρά ή πληγωμένα παιδιά που έχουν ασκηθεί σε καλούς τρόπους.
4. Δεν υπάρχουν αυτονόητα ή προαπαιτούμενα. Μη ζητάς από ανθρώπους (όσο οικείοι κι αν είναι) αυτά που ξέρεις ότι δεν πρόκειται να σ’ τα προσφέρουν ποτέ (γιατί κατά βάθος το γνωρίζεις). Μη ζητάς αφορμές για ματαιώσεις και διαψεύσεις. Πάντα υπάρχουν φίλοι και άγνωστοι που αποδεικνύονται πιο συγγενείς από συγγενείς. Αυτάρκεια, χιούμορ και ρούφηξε κάθε λεπτό που φεύγει ανεπιστρεπτί.
5. Οι δοκιμασίες σε αλλάζουν. Σε κάνουν πιο ανθεκτικό, πιο ευάλωτο, χειρότερο για τον εαυτό σου ή τους άλλους, καλύτερο για τον εαυτό σου ή τους άλλους κ.λπ. Ανέπαφο, πάντως, δεν σ’ αφήνουν.
6. To να ζητάς το αμόλυντο και το απόλυτο από τους άλλους, όταν εσύ είσαι ώς τον λαιμό στις παραχωρήσεις και στους συμβιβασμούς, είναι μια βολική μέθοδος για το αδιατάρακτο της αυτοεικόνας σου.
7. «Οποιος χορταίνει κάποιον σημαίνει ότι δεν τον αγαπάει πλέον». Ή περί πείνας, κορεσμού και αγάπης. Οπως θυμοσοφικά λέει ο οκταετής γιος μου Μάρκος.
