Ακόμη κι όταν γράφω σ’ ένα βιβλίο ότι με λένε Μισέλ Φάις, γεννήθηκα στην Κομοτηνή Πρωταπριλιά του ‘57, τον πατέρα μου τον λέγανε Αλβέρτο, ήταν από τη Δράμα και ήταν δερματολόγος, τη μητέρα μου Αθηνά, ήταν από την Πάτρα και ήταν παθολόγος, είχα μια αδελφή, την Νταίζη, πέντε χρόνια μεγαλύτερή μου, η οποία σπούδασε Αρχιτεκτονική στη Θεσσαλονίκη, ότι οι γονείς μου χώρισαν το ‘67 και με τη μητέρα μου και την αδελφή μου ήρθαμε στην Αθήνα, όπου και πήγα Γυμνάσιο στη Λεόντειο Πατησίων κτλ…
Κάνω μυθοποπλασία, πείτε το αυτομυθοπλασία, μ’ άλλα λόγια επινοώ αυτά που έχω ζήσει και δεν έχω ζήσει, δεν κάνω χρονικό, ούτε ημερολόγιο, δεν είμαι αντιγραφέας της ζωής μου (πώς άλλωστε: αφού την αγνοώ), καθώς παρεμβάλλεται η γλώσσα, οι λέξεις, οι σιωπές, οι αποχρώσεις, όλα αυτά που αλλάζουν το πρωτογενές υλικό, που το στρέφουν στην αισθητική βούληση του κειμένου.
Το γράφω αυτό επειδή πριν από πολλά χρόνια ενσωμάτωσα την επαγγελματική ιδιότητα και το μικρό όνομα μιας φίλης με την οποία βγαίναμε σ’ ένα διήγημα, όπου η ηρωίδα πάνω στη ζήλια της σπρώχνει τον εραστή της από μια σκάλα. Εξαλλη μου τηλεφώνησε, μου είπε πως θα μου κάνει αγωγή, μου ζήτησε μάλιστα να αποσύρω το διήγημα από τη συλλογή καθώς παραβίαζε την ιδιωτικότητά της. Την άκουσα σιωπηλός. Και της είπα να κάνει όπως νομίζει. Τελικώς δεν έκανε τίποτα. Κόψαμε. Ψυχρανθήκαμε για πολλά χρόνια. Τυχαία τη συνάντησα πριν από λίγο καιρό. Με το που με είδε υποδύθηκε ότι με ωθούσε από πίσω. Γελάσαμε. Αυτή περισσότερο.
Εχουν συμβεί, συμβαίνουν και θα συμβαίνουν ακόμη τέτοια συμβάντα στην «πραγματική» ζωή των συγγραφέων από αναγνώστες (ειδικά όταν συνδέονται προσωπικά με τον γράφοντα) οι οποίοι μπερδεύουν παράφορα το βίωμα με τη μάσκα του.
Ιδιομορφίες του επιτηδεύματος. Καλό αποκαλόκαιρο…
