Το 2022 η Ακαδημία Αθηνών είχε βρεθεί στο στόχαστρο έντονων επικρίσεων όταν ουδείς από τους τρεις υποψηφίους τότε για την Εδρα Ποίησης, Τίτος Πατρίκιος, Μιχάλης Γκανάς, Νάσος Βαγενάς, είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες 19 ψήφους προκειμένου να εκλεγεί. Η οργή μάλιστα είχε επικεντρωθεί στο γεγονός της μη εκλογής ειδικά του Πατρίκιου, ο οποίος έπειτα από τρεις επαναληπτικές ψηφοφορίες δεν είχε κατορθώσει να ξεπεράσει τις 13 ψήφους.
Χθες πάντως, κατά τη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Ακαδημίας Αθηνών, η αδικία αυτή στο πρόσωπο του 94χρονου Πατρίκιου κάπως αποκαταστάθηκε, καθώς ο σπουδαίος ποιητής εξελέγη επίτιμο μέλος της Ακαδημίας. «Ο Τίτος Πατρίκιος είναι ποιητής των ιδεών και των καθημερινών στιγμών, πολιτικός και ερωτικός, οξυδερκής παρατηρητής των άλλων και αυτοπαρατηρούμενος, αδυσώπητος ανθρωπογνώστης. Είναι ταυτόχρονα “στωικός” και “επικούρειος”, αμφιβάλλει φρόνιμα, ακόμη και για τις αμφιβολίες του, και στην έντιμη μετριοπάθειά του δεν διεκδικεί τίποτε περισσότερο από το να έχει σηκώσει λίγο μίαν άκρη της ζωής του και της ζωής μας για να δει και να δούμε, όσο μπορεί και όσο μπορούμε, ένα κομμάτι αλήθειας.
Ο Τίτος Πατρίκιος είναι ο σοφός ουμανιστής της σύγχρονης ποίησής μας που ξέρει πότε “έχουν την ώρα τους τα λόγια”…», αναφέρεται μεταξύ άλλων στο σκεπτικό. Οσο για το συνοδευτικό βιογραφικό παραλείπει τις αναφορές στις πολιτικές διώξεις, τις εξορίες και τους αγώνες του στρατευμένου αριστερού ποιητή αναφέροντας π.χ. γενικώς ότι «επέστρεψε στην Ελλάδα το 1964 για να φύγει πάλι στο εξωτερικό μετά την 21η Απριλίου 1967»! Η ζωή και το έργο οποιουδήποτε δημιουργού βέβαια είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Δεν μπορείς να αναφερθείς στην ποίηση του Πατρίκιου παραλείποντας σταθμούς στην προσωπική του ιστορία, ούτε και την ιδεολογική του καταγωγή.
Μπορεί λοιπόν για την Ακαδημία Αθηνών οι λέξεις «Αριστερά» ή «ΕΛΑΣ» ή «εις θάνατον» να κάνουν τζιζ, όμως αυτές οι εμπειρίες γέννησαν στίχους όπως αυτόν «Παλιέ μου φίλε/ σύντροφε περασμένων καιρών/ συγχώρα με που χτες, όταν καμάρωνες/ για τα καινούρια σου έπιπλα,/ εγώ σκεφτόμουνα πως το καθένα/ έκρυβε κάποιαν υποχώρηση […]» από έναν άνθρωπο που επί χούντας δεν έφυγε στο Παρίσι για αναψυχή.
