«Το ρολόι ξαναγύρισε στο 1994» γράφουμε εδώ και δύο μήνες, από όταν ο πληθωρισμός έσπασε το φράγμα του 10%, για πρώτη φορά ύστερα από 28 χρόνια, και οδεύει (απ)αισίως για το 11,5%. Εδώ και τουλάχιστον έναν χρόνο, από όταν έγιναν αισθητές στην τσέπη μας οι πρώτες ανατιμήσεις, ακούμε για τον τιμάριθμο που ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα, για νοικοκυριά που ασφυκτιούν, για λογαριασμούς του ρεύματος που άρχισαν να τσιμπάνε, μετά να δαγκώνουν και πλέον να ξεκοκαλίζουν ό,τι απομένει από μισθούς και συντάξεις.
Η δημοσιογραφική γλώσσα ξεμένει από κλισέ για να περιγράψει το φαινόμενο που όχι μόνο δεν ήταν προσωρινό, όπως μας καθησύχαζαν, αλλά εγκαινιάζει μια νέα εποχή που, αν πιστέψουμε τις Κασσάνδρες, θα κάνει τη μνημονιακή κρίση να μοιάζει βόλτα στο πάρκο. Στις ειδήσεις οι κάμερες ζουμάρουν σε φραντζόλες ψωμιού, αντλίες βενζίνης, ακόμα και σε σουβλάκια με πίτα, το οποίο σημειωτέον κοστίζει πια 3,50 ευρώ – προβληματισμένα πρόσωπα καταναλωτών και επαγγελματιών σε απόγνωση. Η κυβέρνηση, που στην αρχή έκανε τη στρουθοκάμηλο, μετά τα έριξε όλα στον «εισαγόμενο πληθωρισμό», τώρα προσπαθεί όχι να σβήσει αλλά να κουκουλώσει τη φωτιά με πυροσβεστικά ημίμετρα, που αποδεικνύονται πολύ λίγα και έρχονται πολύ αργά.
Για όσους πάλι έχουν μνήμες από το 1994, ίσως θυμούνται ότι ο πληθωρισμός δεν ήταν το μεγαλύτερό μας πρόβλημα, όταν μεσουρανούσε ακόμα η ξιπασιά του λάιφ-στάιλ α λα ελληνικά. Τη μακρινή εκείνη προ ίντερνετ εποχή, τις ορατές δυσκολίες συγκάλυπταν η αισιοδοξία της σύγκλισης με την Οικονομική Νομισματική Ενωση, η εκμετάλλευση της εργασίας των μεταναστών και το άνοιγμα της κάνουλας του τραπεζικού δανεισμού, που θα εξελισσόταν στη φούσκα των θαλασσοδάνειων. Και στο κάτω κάτω, ό,τι προβλήματα και να είχαμε, ήμασταν όλοι 28 χρόνια νεότεροι.
