Για να έχουν νόημα οι λέξεις και οι χαρακτηρισμοί στην πολιτική, πρέπει να αποδίδονται σωστά. Πρωτίστως, τα κόμματα και οι πολιτικοί που αρέσκονται να βάζουν ταμπέλες, οφείλουν και να τις εφαρμόζουν. Διαφορετικά, οι έννοιες ευτελίζονται, όσοι επιμένουν στους -κενούς περιεχομένου- βαρύγδουπους τίτλους απαξιώνονται και εν τέλει οι πολίτες απομακρύνονται όλο και περισσότερο από την πολιτική διαδικασία.
Για παράδειγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει αριστερό κόμμα. Ομως, αρκετές από τις αποφάσεις που έλαβε ως κυβέρνηση, με αποκορύφωμα το 3ο Μνημόνιο ή το Υπερταμείο (τα οποία μάλιστα απέρριπτε κατηγορηματικά πριν έρθει στην εξουσία), κάθε άλλο παρά σε αριστερές πολιτικές παραπέμπουν.
Από τη δική της πλευρά, η Ν.Δ. διατυμπανίζει ότι είναι μια φιλελεύθερη παράταξη υπέρ της αξιοκρατίας. Μόνο στα λόγια, διότι έχει εξελιχθεί σε έναν μηχανισμό ρουσφετολογίας, βγαλμένο από το μακρινό παρελθόν τής πλέον παρωχημένης πελατοκρατίας. Μέχρι και αποτυχόντα γυρολόγο πολιτευτή διόρισαν στο Μαξίμου, παρά το ότι κατακεραύνωνε το Δημόσιο.
Επιπλέον, με μια δυσανεξία στην κριτική και την αντίθετη άποψη να τους διακατέχει, που δύσκολα συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση μεταπολιτευτικά. Οποιος διαφωνεί με το Μαξίμου λοιδορείται, αν δε τολμήσει να αμφισβητήσει τις επιλογές του Κυριάκου Μητσοτάκη καρατομείται. Αρκούν τα παραδείγματα της τελευταίας εβδομάδας. Διευθύντρια Σύνταξης φιλοκυβερνητικού μέσου ενημέρωσης εξωθήθηκε σε παραίτηση καταγγέλλοντας πιέσεις. Δημοσιογράφος άλλου μέσου του ίδιου ομίλου είδε το άρθρο της να «θάβεται» επειδή αποδομούσε την κυβερνητική γραμμή. Πρακτικές που δεν έχουν καμία διαφορά με όσα συμβαίνουν στην Ουγγαρία του Ορμπαν.
Κατά συνέπεια εδώ ταιριάζει το «ό,τι δηλώσεις είσαι», αλλά και η κοινωνία έχει υποχρέωση να μην αποδέχεται ό,τι της πλασάρουν.
