Ο Μεγάλος Περίπατος βρίσκεται στη ζωή μας εδώ και σχεδόν έναν μήνα. Χωρίς ιδιαίτερη διαβούλευση, είδαμε το κέντρο να μεταμορφώνεται ξαφνικά και την επόμενη μέρα οδηγούς να απορούν από πού θα ξεφύγουν και πεζούς μέσα στο λιοπύρι να αμφιβάλλουν για το εγχείρημα. Ο Περίπατος δέχτηκε πολλά πυρά ακόμα και από φιλικά προς τον Κώστα Μπακογιάννη ΜΜΕ για το κόστος, την προχειρότητα, τις αντιδρομήσεις, την κιτς αισθητική και την προοπτική του. Οι ανακοινώσεις για… εναλλακτικές διαδρομές και ο «χρυσός» εξοπλισμός έριξαν λάδι στη φωτιά, όπως και το ατυχές «Δεν μπορεί κάποιος να διαδηλώσει, για παράδειγμα, στην Πανεπιστημίου στον Μεγάλο Περίπατο;» του δημάρχου, με αφορμή το νομοσχέδιο περιορισμού των διαδηλώσεων.
Προσωπικά έγινα καλύτερος οδηγός, ξεπέρασα τη φοβία μου για το μετρό με κορονοϊό και βελτιώθηκα στο παρκάρισμα. Δεν γράφω όμως εξαιτίας της ταλαιπωρίας που βίωσα. Επιτέλους, πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για το ποιο κέντρο της Αθήνας θέλουμε. Η προηγούμενη κατάσταση ούτε όμορφη ήταν ούτε βιώσιμη. Το κέντρο παραμένει απρόσωπο, απροσπέλαστο, μέσα στον θόρυβο και το καυσαέριο, και η καλοκαιρινή ζέστη το κάνει πλήρως τοξικό. Συμφωνώ επί της αρχής με τις πεζοδρομήσεις, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο. Χρειάζεται πράσινο, ολοκληρωμένο δίκτυο και όχι το «πράσινο μίλι» για τους ποδηλάτες και τα νεόφερτα πατίνια, δυνατότητα στα ΑμεΑ να κυκλοφορήσουν, δημοτικά πάρκινγκ δωρεάν ή με χαμηλό αντίτιμο για τους οδηγούς και προβλέψεις για τις μικρές επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους, τους κατοίκους, όχι μετατροπή της Αθήνας σε θεματικό πάρκο. Ειδάλλως, ο Μεγάλος Περίπατος προς την «κόλαση» του κέντρου θα είναι απλώς στρωμένος με καλές προθέσεις…
