Τις ημέρες των μαύρων επετείων του Ιούλη –μισός αιώνας πέρασε– ο Κύπριος πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης εμφανίστηκε μπροστά στην κοινή γνώμη ανήμπορος να εκφράσει κάτι συγκεκριμένο που να ανοίγει προοπτική για την επίλυση του Κυπριακού. Μπροστά στην πιθανότητα να κάνει ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ κάποιες κινήσεις για να σπάσει το πολύχρονο αδιέξοδο, ο Χριστοδουλίδης είπε (22/7): «Εχω πολλές σκέψεις και στα θέματα της ουσίας των διαπραγματεύσεων και σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Πολλές ιδέες που τις έχω επεξεργαστεί…».
Οι δηλώσεις Χριστοδουλίδη ξεχάστηκαν την επόμενη ημέρα. Κανείς δεν διερωτάται τόσες μέρες ποιες σκέψεις και ιδέες έχει στο μυαλό του ο πρόεδρος. Μήπως είναι «ξαναζεσταμένο φαγητό»; Ή απλά δεν υπάρχει τίποτε – καμία στρατηγικού τύπου σκέψη και κανένα σχέδιο για να σπάσει το αδιέξοδο.
Στην πραγματικότητα, όλοι γνωρίζουν ότι εξελίξεις ενδεχομένως θα υπάρξουν, αλλά αυτές προέρχονται από τον ΟΗΕ. Ο Αντόνιο Γκουτέρες εξετάζει τρόπους για να δεσμεύσει τα δύο μέρη στην Κύπρο, καθώς και, σε ένα άλλο επίπεδο, την Τουρκία, την Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο (οι τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις), σε μια διαδικασία αυτή τη φορά χωρίς επιστροφή. Η πρωτοβουλία δεν είναι στα χέρια της ελληνοκυπριακής ηγεσίας. Ο Χριστοδουλίδης είχε 6 μήνες διαβουλεύσεις με την προσωπική απεσταλμένη του ΟΗΕ, Μαρία Ανχελα Ολγκίν. Αν ο Χριστοδουλίδης είχε κάτι διαφορετικό να προτείνει, θα το γνωρίζαμε. Αυτό, εμμέσως, το παραδέχεται, λέγοντας: «Αναλόγως των εξελίξεων (στον ΟΗΕ), θα κινηθώ, αν υπάρξει ανταπόκριση από την άλλη πλευρά, από πλευράς Τουρκίας».
Αναλόγως και εάν…
Είναι απογοητευτικό για την Κύπρο, ενώ καταβάλλει το πιο βαρύ τίμημα των 50 χρόνων κατοχής, να περιορίζει τις επιλογές της στα «αναλόγως» και τα «αν». Αυτά μαρτυρούν ηγεσία χωρίς στρατηγική και σχέδιο, καθηλωμένη στην ακινησία. Αν ο Χριστοδουλίδης σκεφτόταν διαφορετικά, θα προετοίμαζε την κοινή γνώμη και θα αναλάμβανε εκείνος την πρωτοβουλία των κινήσεων. Τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει. Εκτός από τακτικισμούς, «σκέψεις» και «ιδέες» που δεν ξέρει κανείς, για να αποφύγει να απαντήσει το κεντρικό ζήτημα που θέτει ο ΟΗΕ εδώ και 7 χρόνια: αποδέχεται ή όχι η ελληνοκυπριακή ηγεσία το πλαίσιο Γκουτέρες και στα 6 σημεία του για να διανύσει το τελευταίο μίλι για στρατηγική συμφωνία;
Περαιτέρω, όλο αυτό το διάστημα, καμία σοβαρή κίνηση ή μονομερή χειρονομία δεν έκανε για να αλλάξει το κλίμα καχυποψίας στο νησί.
Προειδοποίηση
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης παρευρέθη στις εκδηλώσεις μνήμης της 20ής Ιουλίου στην Κύπρο. Μίλησε λιτά επί της ουσίας, εκτιμώντας ότι «θα υπάρξει μία ακόμα δυνατότητα για λύση με βάση τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία». Στο Προεδρικό (20/7) ανέφερε ότι «δεν πρέπει να ξεχαστεί ό,τι έγινε 50 χρόνια πριν», αλλά, προειδοποίησε, «να μην κάνουμε την ακινησία μια νέα πραγματικότητα». Η προσέγγιση του ΟΗΕ για ομοσπονδιακή επανένωση, 50 χρόνια μετά, δεν πρέπει να χαθεί. Πώς όμως οι προοπτικές για λύση του Κυπριακού μπορούν να γίνουν ξανά βάσιμες και η επανένωση εφικτή;
Αυτά δεν εξαρτώνται μόνο από την Τουρκία, όπως διατείνεται ο Χριστοδουλίδης. Αφορούν πρωτίστως, την ελληνοκυπριακή ηγεσία και την αφοσίωσή της στη νέα προσπάθεια, ως πραγματικός παράγων συνεισφοράς στην ανατροπή της παγιωμένης διαίρεσης. Με πρωτοβουλίες και κινήσεις σε όλα τα επίπεδα.
1. Η πρώτη κίνηση αφορά τη συνολική θεώρηση που κάνει η Κύπρος στην αντιμετώπιση της Τουρκίας. Η Τουρκία παραμένει ακόμα πιο ζωτικός εταίρος της Δύσης μέσα στις συνθήκες κλιμακούμενης αστάθειας (Ουκρανία, Γάζα). Η σύμπραξη της Ε.Ε. με την Τουρκία κατέστη όσο ποτέ αναγκαία. Αυτή η εξέλιξη δεν ενοχλεί την Κύπρο, αντίθετα εξυπηρετεί τα συμφέροντά της και την επίλυση του Κυπριακού, όπως συμβαίνει και με την επαναπροσέγγιση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Για την Κύπρο αυτό σημαίνει «αλλαγή παραδείγματος» στην εξωτερική πολιτική της: οι πολιτικές γεωπολιτικού ανταγωνισμού στην ανατολική Μεσόγειο χρειάζεται να αντικατασταθούν από εκείνες της συνεργασίας και του αμοιβαίου συμφέροντος. Με το υφιστάμενο δόγμα, η Κύπρος πράττει το αντίθετο και χωρίς αποτέλεσμα: μόνο «τριμερείς» που εσχάτως αραιώνουν και «εικονικές συμμαχίες» που υποσκάπτουν την προοπτική συνεννόησης.
2. Η Κύπρος είναι ορθό να επιδιώξει τη διασύνδεση του Κυπριακού με τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Οι Ευρωπαίοι, όμως, κατανοούν μόνο μια καθαρή πολιτική διασύνδεση: την επίλυση του Κυπριακού και το οριστικό ξεμπλοκάρισμα των σχέσεών τους με την Τουρκία. Δεν τους ενδιαφέρει ο κατακερματισμός σε επιμέρους ζητήματα. Η κατάλληλη διασύνδεση αφορά πτυχές του κυπριακού προβλήματος που εκκρεμούν, όπως καθορίζονται από το πλαίσιο Γκουτέρες. Αν οι συζητήσεις στο Συμβούλιο εστιάσουν στις δήθεν «κυπρογενείς υποχρεώσεις», όπως κάνει η Λευκωσία, η Κύπρος δεν θα έχει ευρωπαϊκή στήριξη, ούτε η Τουρκία θα συνεργαστεί.
3. Το κεφάλαιο της ασφάλειας προέχει! Η Ε.Ε. μπορεί να συμβάλει με επιπρόσθετες εγγυήσεις και πιο εμφανή παρουσία σε όλα τα στάδια της εφαρμογής της λύσης. Για παράδειγμα, μια νέα συνθήκη ασφάλειας που θα αντικαταστήσει τη Συνθήκη Εγγυήσεως του ’60, όπως συζητήθηκε στο Κραν Μοντανά το 2017, μπορεί να ενσωματώσει την παρουσία αστυνομικών δυνάμεων από την Ε.Ε. και τον ορισμό ενός Ευρωπαίου διοικητή. Σε αντάλλαγμα η Κύπρος θα μπορούσε να αποδεχθεί τη συμμετοχή της Τουρκίας σε ευρωπαϊκές δομές ασφάλειας και στην PESCO.
4. Ο ευρωπαϊκός καταλύτης δουλεύει όταν υπάρχει μομέντουμ για την επίλυση. Η Ε.Ε. έχει αποδείξει ότι μπορεί να στηρίξει πολυεπίπεδα την επίλυση του Κυπριακού και την ανάπτυξη. Διαθέτει πληθώρα από τέτοια εργαλεία, όπως με τη δέσμευση στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό χρηματοδοτικής στήριξης, ανάλογης με την προσφορά 3,2 δισ. ευρώ που έκανε ο πρόεδρος Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ στη Διάσκεψη της Γενεύης το 1997: ανοικοδόμηση περιοχών (λ.χ. Βαρώσια), μετεγκατάσταση Τουρκοκυπρίων, μικτές επιχειρηματικές ζώνες, κοινά έργα περιβάλλοντος και ενέργειας για το σύνολο του νησιού κ.ο.κ.
5. Η Κύπρος χρειάζεται να οικειοποιηθεί τη διαδικασία ειρήνης. Με συμπεριληπτικές πρωτοβουλίες, κάτω από την ομπρέλα της Ε.Ε. και με την ανάμιξη όλων των συντελεστών της κοινωνίας. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία χρειάζεται να θέσει από τώρα γενναία ανοίγματα προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Οχι μόνο γιατί αυτό είναι μια βασική παράμετρος της ένταξής της από το 2004 ή γιατί το ζητούν οι Ευρωπαίοι εταίροι της. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα έχει αποδείξει κάθε φορά που δημιουργείται ελπίδα για τη λύση ότι σκέφτεται προοδευτικά, σχηματίζοντας ένα πλειοψηφικό ρεύμα για επανένωση-ένταξη. Είναι ο φυσικός «σύμμαχος» της ελληνοκυπριακής κοινότητας.
* Το άρθρο αναδημοσιεύεται στην εφημερίδα «Πολίτης» της Κύπρου
