Τώρα πια δεν βγαίνουν άρματα μάχης στις παρελάσεις όπως παλιά. Οι περισσότεροι τα ’χουν ξεχάσει και οι μικρότεροι δεν τα ’χουν αντικρίσει ποτέ. Οι στρατιωτικές δικτατορίες βρίσκονται πια πεταμένες και μουχλιασμένες στις σκοτεινές αποθήκες της Ιστορίας. Και δεν έχουν φόβο οι πολίτες μη βρεθούν πάλι με τον γύψο στο πόδι και τις κάννες των όπλων στραμμένες επάνω τους.
Τώρα έχει ανατείλει ένας αλλιώτικος κόσμος. Τώρα οι ιμπεριαλιστές πολεμούν δι’ αντιπροσώπων. Κουβαλούν στ’ αεροπλανοφόρα τον πόλεμο και τον μετακινούν όπου θέλουν, σπέρνοντας στους λαούς το θανατικό μαζί με τη γλώσσα του τρόμου. Τώρα πάνω απ’ τη γη κρέμεται ένα εύφλεκτο κράμα ηλιθιότητας κι εμπορίας του θανάτου και της απειλής. Κι έτσι, καθώς ο κόσμος εκποιείται ασυστόλως σε τιμή ευκαιρίας, φαντάζει καμιά φορά σαν ένα τσίρκο του παραλόγου και σαν ένας ατέλειωτος γύρος του βέβαιου θανάτου.
Τ’ άρματα μάχης σήμερα χωράνε μες στην τσέπη μας! Κι εξαρτάται απ’ αυτά και το τελευταίο κομμάτι του είναι μας. Χωρίς αυτά δεν υπάρχουμε! Τώρα οι καπιταλιστικές δικτατορίες στέλνουν επάνω μας άρματα μάχης που λίγοι τ’ ακούνε κι ελάχιστοι τα θωρούνε.
Άρματα μάχης είναι σήμερα οι κινητές τηλεφωνίες, τα τικ τοκ και τα πάσης φύσεως σούπερ, που μας ισοπεδώνουν χωρίς να το νιώθουμε κι αρπάζουν τον χρόνο μας χωρίς να μας νοιάζει. Άρματα μάχης είναι οι πρωινές φλυαρίες και οι μεσημβρινές ανοησίες των σταθμών που μας κατακλύζουν και πετούν στα σαλόνια μας απόβλητα και σκουπίδια. Άρματα μάχης είναι οι μεγάλες οθόνες με τα καλλιστεία, τη Γιουροβίζιον και τη μόδα, τα κοριτσάκια που ονειρεύονται πλαστικές στο κορμί τους και ξεγυμνώνονται και ποζάρουν μπροστά στον φακό και τα λένε μανεκέν και μοντέλα και νιώθουν πως τίποτε άλλο δεν έχουν παρά το κορμί τους μονάχα.
Άρματα μάχης είναι οι τράπεζες και η ανεξέλεγκτη ασυδοσία τους. Η άκρατη ανάγκη και η ακόρεστη δίψα του χρήματος. Οι περιώνυμοι της πολιτικής και του χρήματος, που βγαίνουν σεργιάνι κουβαλώντας τον προσωπικό τους στρατό και τους προσωπικούς φωτογράφους τους. Είναι οι θεωρίες των χασμάτων και των φαντασμάτων που διαιρούν τους ανθρώπους και δολοφονούν τους θεούς της ισότητας και του δίκαιου.
Άρματα μάχης είναι οι εξαρτήσεις κι οι εθισμοί, η καταναλωτική βαρβαρότητα, τα ναρκωτικά που γυρνούν άφοβα, ο εφησυχασμένος πολίτης, το λευκό, η αποχή και το ουδέτερο, το εγώ, το εσύ και τα τείχη τους, η τύφλα και η πλάνη, η εσωστρέφεια και η επιβίβαση στους συρμούς των εμπορικών κολοσσών.
Μα άρματα μάχης είναι το ψέμα που μεγαλώνει και ποτέ δεν πεθαίνει, είναι οι σπουδές που μένουν δίχως αξία και αντίκρισμα, τα παιδιά που ζητιανεύουν στους δρόμους, τα παιδιά που δεν ξέρουν να γράφουν, τα παιδιά που πεθαίνουν στα κύματα, τα παιδιά που δεν έχουν ταυτότητα, τα ορφανά που πεινούν στους καταυλισμούς, η γωνιά των αστέγων, η παιδεία που κοστίζει και το κόστος της που μαστίζει, τα πτυχία που ξενιτεύονται.
Μια φάλαγγα ατέλειωτη αρμάτων μάχης, μεταμορφωμένων κι αόρατων, οι δικτατορίες του σήμερα, που δεν φορούν πια στολή και πηλήκιο και δεν έχουν ανάγκη από λόγχες και κάννες και βία που φαίνεται. Αυτή τη βία που δεν φαίνεται κι αυτές τις βελούδινες κι αραχνοΰφαντες δικτατορίες, ποιος και πότε θα βρει την αποκοτιά και τη δύναμη ν’ αντιπαλέψει και στο πυρ να στείλει το εξώτερο;
Φοβάμαι πολύ πως, αν χτυπήσουν καμιά φορά δυνατά οι καμπάνες, οι πιο πολλοί θα νομίζουν πως γι’ άλλους χτυπάνε, όχι γι’ αυτούς. Και θα μοιάζουν πολύ μ’ όλους εκείνους που βούλιαξαν γρήγορα στα παραμύθια των δικτατόρων της 21ης Απριλίου 1967 κι άφησαν τα παιδιά με τ’ ανοιχτά πουκάμισα που τα έλεγαν αλήτες να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα.
*Φιλόλογος, συγγραφέας
