ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Βέργος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η «Βαβυλωνία» του Δημήτριου Βυζάντιου είναι ένα σατιρικό θεατρικό έργο του 1836. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο Ναύπλιο, το 1827, λίγο μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Σε ένα πανδοχείο συγκεντρώνονται Ελληνες από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου –Πελοπόννησο, Κρήτη, Ηπειρο, Κύπρο, Χίο, Πόντο, Επτάνησα– για να γιορτάσουν τις επιτυχίες του Αγώνα. Σύντομα προκύπτουν κωμικές παρεξηγήσεις. Ο καθένας μιλάει διαφορετικό ιδίωμα. Η αδυναμία συνεννόησης θυμίζει τη βιβλική Βαβέλ. Στην ταινία του 1970, τον κεντρικό ρόλο του αξιωματικού Νιόνιου από τη Ζάκυνθο υποδύεται ο Ηλίας Λογοθέτης, που εξετάζει αν ο τραυματισμός ενός θαμώνα έγινε εκ προμελέτης ή τυχαία. Μόνο που δανείζεται λέξεις του τόπου του, κάζο πενσάτο και κάζο ατσιντέντε, που κανείς δεν καταλαβαίνει.

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το 1830, η καθαρεύουσα καθιερώθηκε ως η επίσημη γλώσσα της διοίκησης, της νομοθεσίας και της εκπαίδευσης. Με τον καιρό, η γλώσσα αυτή απέκτησε πιο αυστηρή και αρχαιοπρεπή μορφή από εκείνη που αρχικά είχε οραματιστεί ο Αδαμάντιος Κοραής. Ετσι δημιουργήθηκε ένα γλωσσικό σχίσμα. Ο λαός χρησιμοποιούσε τη δημοτική, ενώ το κράτος και οι επίσημοι θεσμοί χρησιμοποιούσαν την καθαρεύουσα. Η αντίθεση οδήγησε στο λεγόμενο «γλωσσικό ζήτημα», που θα προκαλούσε κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις.

Το φθινόπωρο του 1901, η εφημερίδα «Ακρόπολις» άρχισε να δημοσιεύει μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική γλώσσα. Αυτό προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις από συντηρητικούς κύκλους, πανεπιστημιακούς, φοιτητές και την Εκκλησία, που θεωρούσαν ότι η δημοτική ήταν «κατώτερη» γλώσσα και ότι η μετάφραση απειλούσε την εθνική και θρησκευτική ενότητα. Τον Νοέμβριο του 1901 έγιναν μεγάλες διαδηλώσεις στην Αθήνα. Οι συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και στρατού-αστυνομίας εξελίχθηκαν βίαια και υπήρξαν νεκροί και τραυματίες. Τα γεγονότα έμειναν γνωστά ως Ευαγγελικά. Τα Ευαγγελικά θεωρούνται κορυφαία στιγμή του γλωσσικού μας ζητήματος. Δείχνουν πόσο βαθιά συνδεόταν τότε η γλώσσα με την εθνική ταυτότητα, τη θρησκεία και την πολιτική εξουσία. Θα ακολουθούσαν τα Ορεστειακά, το 1903, με παρόμοιες συγκρούσεις γύρω από τη μετάφραση της «Ορέστειας» στη δημοτική.

Το 1911, ο σπουδαίος Επτανήσιος (Ιθακήσιος και Κερκυραίος) ποιητής Λορέντσος Μαβίλης (που θα έπεφτε ηρωικά στον Δρίσκο της Ηπείρου την επόμενη χρονιά), είπε υπερασπιζόμενος τη δημοτική γλώσσα μέσα στην ελληνική Βουλή και απευθυνόμενος στους καθαρευουσιάνους: «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι, και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν».

Το 1976, επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή, με υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Ράλλη, η Βουλή ψήφισε νόμο με τον οποίο η δημοτική καθιερωνόταν ως η επίσημη γλώσσα της εκπαίδευσης και άρα και της δημόσιας διοίκησης. Το περίφημο ζήτημα, που δίχασε την ελληνική κοινωνία επί δεκαετίες, γινόταν πλέον ένα πικρό κεφάλαιο Ιστορίας. Τον νόμο εισηγήθηκε η παράταξη που είχε δώσει μάχες περί του αντιθέτου. Ισως έπαιξε και εδώ ρόλο η όλως γελοία χρήση μιας ακραίας καθαρεύουσας από τους ημιμαθείς χουντικούς και τους αμαθέστερους συνεργάτες τους στις κακόγουστες γιορτές τους.

Πενήντα χρόνια μετά, ας μιλήσουμε για τη σημερινή κατάσταση της γλώσσας μας. Μήπως κάποιοι τύποι της καθαρεύουσας, όπως π.χ. το απαρέμφατο, πρέπει να επανέλθουν στον καθημερινό μας λόγο, χωρίς αρχαϊκές ενοχές; (Μόνη ευρωπαϊκή γλώσσα η σημερινή ελληνική που ουσιαστικά στερείται απαρεμφάτου.) Κι επίσης, μήπως πρέπει να επιδειχθεί περισσότερο θάρρος στην ανάκληση λόγιων εκφράσεων του πλούσιου παρελθόντος; Και μήπως πρέπει να δούμε επιτέλους τη γλώσσα μας ως μοναδικό μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, οργανώνοντας εμείς πια πρότυπες εκδόσεις της αρχαίας μας γραμματείας με τους πιο ενημερωμένους σχολιασμούς του αιώνα μας;