ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Εμίρ Κουστουρίτσα εμφανίστηκε στην κινηματογραφική «αφετηρία» για να γίνει ο σκηνοθέτης-πρωταθλητής της Ευρώπης: του αρχαίου τόπου που ποτέ δεν αγκάλιασε το ατίθασο, το προβληματικό παιδί της, τα Βαλκάνια.

Γέννημα θρέμμα της Γιουγκοσλαβίας, μεγάλωσε στο Σαράγεβο, το οποίο δεν ξαναεπισκέφτηκε από τον πόλεμο και μετά. Ο Κουστουρίτσα δεν ήρθε στα πράγματα σαν πυροτέχνημα: σπούδασε κινηματογράφο στην περίοπτη σχολή FAMU της Πράγας. Η πτυχιακή του, η «Guernica», πήρε το πρώτο βραβείο στο σπουδαστικό Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι.

Η πρώτη του μεγάλου μήκους, το «Θυμάσαι την Dolly Bell;» κέρδισε το Αργυρό Λιοντάρι, το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, στο Φεστιβάλ Βενετίας. Το «Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές», του 1985, που παραμένει μία από τις συγκινητικότερες ταινίες για την απώλεια ανθρώπων, συνειδήσεων, τόπων, βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες. Μόλις τρία χρόνια μετά, ο «Καιρός των Τσιγγάνων» όχι μόνο πήρε στις Κάνες το Βραβείο Σκηνοθεσίας, όχι μόνο έδωσε πνοή και ταυτότητα στον σύγχρονο μαγικό ρεαλισμό, αλλά ιδώθηκε κι αγαπήθηκε τόσο πολύ που έγινε μέρος της παγκόσμιας ποπ κουλτούρας του περασμένου αιώνα, μια ταινία με ήρωες και πρωταγωνιστές μια κοινότητα Ρομά, τυλιγμένη στο χώμα και με μια νύφη που πετά να γίνεται σύμβολο ενός χαμένου ονείρου.

Οι αρχές των 90s και η αυξανόμενη διασημότητά του τον έφεραν στην Αμερική, για την πρώτη αγγλόφωνη ταινία του, το μελαγχολικό κι αξιολάτρευτο «Arizona Dream», με τον Τζόνι Ντεπ, τη Φέι Ντάναγουεϊ και τον Τζέρι Λούις να διανύουν την απόσταση από την εθνική και συναισθηματική ερημιά της υπό διάσπαση Γιουγκοσλαβίας, στη γεωγραφική του Φαρ Ουέστ. Για να έρθει, το 1995, το «Underground», το απόσταγμα της πληθωρικής ιδιοσυγκρασίας και τέχνης του, ένα συμπυκνωμένο, παράδοξο, θορυβώδες και σπαρακτικό πορτρέτο των βιωμάτων του και της εμπόλεμης πατρίδας του, να του φέρει τον δεύτερο Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες (ένας από τους μόλις εννέα δημιουργούς που έχουν κατακτήσει αυτό το επίτευγμα στα 75 χρόνια του θεσμού) και να ορίσει την εποχή του. Χωρίς το σινεμά τού Εμίρ Κουστουρίτσα, δεν θα ξέραμε τον Μίκι Μανόλοβιτς, ούτε τον Ντούσαν Κοβάσεβιτς ούτε τις τσιγγάνικες μουσικές και τον Γκόραν Μπρέγκοβιτς – που οι Ελληνες τόσο αγάπησαν όταν ανέβαιναν στα τραπέζια των «ελληνάδικων» τη δεκαετία του ’90 κι έβλεπαν τη δική τους βαλκανική ταυτότητα είτε ως ταμπού είτε ως γραφικότητα.

Και, κάπου εκεί, γύρω στα 40 χρόνια του, ο Εμίρ Κουστουρίτσα έπαψε να κάνει καλές ταινίες. Το «Μαύρη γάτα, άσπρος γάτος» (με μουσική από τη δική του μπάντα, «No Smoking Orchestra», που διατηρεί ακόμα) έμοιαζε περισσότερο μ’ ένα αυτοαναφορικό δοκίμιο στο δικό του σινεμά, το ντοκιμαντέρ για τον Μαραντόνα αναδείκνυε, ως σταρ, τόσο τον δημιουργό του όσο και τον διάσημο μπαλαδόρο, το ίδιο το σινεμά των Βαλκανίων, πατώντας βεβαίως πάνω στις βάσεις που ο Κουστουρίτσα, τολμηρά, τοποθέτησε στην παγκόσμια κινηματογραφική σκηνή, αναπτύχθηκε από νέους σκηνοθέτες, σεναριογράφους, ηθοποιούς και τον ξεπέρασε. Κι ο Κουστουρίτσα άρχισε ν’ απασχολεί τη δημοσιότητα όχι για τις ταινίες του, αλλά για τις… πολιτικές κινήσεις ή δηλώσεις του.

Ο Κουστουρίτσα έγινε ο σκηνοθέτης που ενώ… κάλεσε σε μονομαχία τον Σέρβο εθνικιστή Βίσλαβ Σέσελι, στον πόλεμο δεν έκρυψε τον θαυμασμό του για τον Ράντοβαν Κάρατζιτς και τον Ράτκο Μλάντιτς. Που συντάχθηκε με την πολιτική τού Πούτιν και μπήκε στη Μαύρη Λίστα καλλιτεχνών της Ουκρανίας, από το 2015. Που κατηγόρησε το Φεστιβάλ Κανών ότι απέρριψε την τότε ταινία του ακριβώς για τη φιλορωσική στάση του. Που έτρεξε να ζητήσει χρηματοδότηση από την εύπορη Κίνα, ακριβώς όπως οι Αμερικανοί παραγωγοί τους οποίους στεντόρεια αποκήρυξε. Που εγκαταστάθηκε στο Κούστεντορφ, το χωριό-σκηνικό που κατασκεύασε για την ταινία του «Η ζωή είναι ένα θαύμα» το 2004, γιατί κανένας τόπος δεν χωρά το μεγαλείο του. Που το 2005 βαφτίστηκε Σέρβος Ορθόδοξος Χριστιανός, με το όνομα Νεμάνια. Που πριν από έναν μήνα χαρακτήρισε την ουκρανική κυβέρνηση ναζιστική. Που πριν από λίγες μέρες, φιλοξενούμενος, στην Αθήνα, στο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, κήρυξε, ούτε λίγο ούτε πολύ, την εκποίηση της Ευρώπης στον αμερικανικό καπιταλισμό.

Απόψεις μονόπλευρες μεν, ξεκάθαρες δε. Που θα ήταν τόσο πιο αξιόπιστες εάν τις στήριζε με τις προσωπικές του επιλογές. Που θα ήταν τόσο πιο ουσιαστικές εάν το βήμα τού δινόταν γιατί εξακολουθεί να κάνει ταινίες με νόημα, κι όχι (μόνο, έστω) επειδή οι εμφανίσεις του αποτελούν βέβαιη αφορμή για ηχηρά δημοσιογραφικά άρθρα.