Πριν από μερικά χρόνια κανένας δεν περίμενε ότι θα ερχόταν κάποια στιγμή όπου ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών και επίδοξοι καναλάρχες θα υποχρεώνονταν να προσέλθουν, με τα πορτοφόλια τους, σ’ έναν διαγωνισμό -οργανωμένο από την Πολιτεία- για να αποκτήσουν δικαίωμα χρήσης μιας ραδιοτηλεοπτικής κρατικής συχνότητας.
Πέρασαν 27 χρόνια από τότε που νομιμοποιήθηκε η ιδιωτική τηλεόραση -η οποία, σημειωτέον, είχε αρχίσει να εκπέμπει πριν να νομιμοποιηθεί. Πολύς χρόνος, στο διάβα του οποίου είχαν συμβεί τόσα που έδιναν την αίσθηση ότι εδώ υπήρχε ένα καθεστώς το οποίο κανείς δεν ήταν σε θέση να το πειράξει. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν το έπραξαν, αν και είχαν τις ευκαιρίες. Η τωρινή το τόλμησε. Συνεπικουρούμενη, βεβαίως, από την κρίση που αποδυνάμωσε αισθητά τα οικονομικά συμφέροντα τα οποία δραστηριοποιούνται στον χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Αλλά το τόλμησε.
Δεν είναι λίγο ούτε αμελητέο ότι το τηλεοπτικό τοπίο μπήκε για πρώτη φορά, καθαρά, στο έδαφος της νομιμότητας. Δεν είναι λίγο ούτε λεπτομέρεια το γεγονός ότι θα εισρεύσουν στα κρατικά ταμεία κάμποσες δεκάδες εκατομμυρίων ευρώ. Δεν είναι λίγο ότι παλιοί και νέοι κάτοχοι τηλεοπτικών συχνοτήτων υποχρεώθηκαν να διαγωνιστούν μεταξύ τους, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου, και να πληρώσουν ακριβά τη χρήση της άδειας που απέκτησαν. Δεν είναι λίγο ούτε αδιάφορο το γεγονός ότι οι χρεοκοπημένοι και οι αεριτζήδες, που πριν κυριαρχούσαν στο τηλεοπτικό τοπίο, δεν κατάφεραν να φτάσουν ούτε στην πόρτα της διαγωνιστικής διαδικασίας.
Φτάνουν όλα αυτά για να πούμε ότι το τηλεοπτικό τοπίο άλλαξε από άποψη ουσίας και περιεχομένου. Αν το ισχυριζόταν κανείς αυτό ή θα ήταν ψεύτης με περικεφαλαία ή ένας επικίνδυνος αφελής. Είναι απολύτως βέβαιο ότι στον διαγωνισμό συγκρούστηκε το παλιό τηλεοπτικό κατεστημένο με τους νέους επίδοξους καναλάρχες που θέλουν να γίνουν το νέο κατεστημένο στον χώρο της τηλεόρασης. Σαφή συμφέροντα, στον διαγωνισμό, ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα υπήρχαν. Αλλά από την άποψη της ουσίας της ενημέρωσης ως αγαθού δεν υπάρχει καμία διαφορά. Παλιοί και νέοι μιντιάρχες βλέπουν την ενημέρωση μόνο ως εμπόρευμα και ως μέσο προώθησης των ευρύτερων συμφερόντων τους. Η κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα αυτό οφείλουν να μην το ξεχνούν.
