Ενας από τους άγραφους νόμους της πολιτικής αντιπαράθεσης περιγράφει την εκατέρωθεν ρητορική της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης ως δυο συγκοινωνούντα δοχεία.
Σύμφωνα με αυτόν, η άσκηση κριτικής στην κυβέρνηση, για να είναι αποτελεσματική και να ενισχύει τη δημοκρατική λειτουργία, οφείλει να εμφορείται από πολιτικά επιχειρήματα. Να κρατά αποστάσεις από την κενολογία και τη διαρκή εναλλαγή απόψεων. Αυτή η σχέση είναι, φυσικά, αμφίδρομη.
Παρακολουθώντας την κριτική την οποία εξαπέλυσαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που στήριξαν το «Ναι» στο δημοψήφισμα, προς την κυβέρνηση με αφορμή τη συμπλήρωση της πρώτης επετείου της στην εξουσία, αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο κανόνας αυτός κάθε άλλο παρά εξυπηρετείται. Με άλλα λόγια, υπερισχύει ο καιροσκοπισμός της ουσίας.
Για να γίνει αυτό αντιληπτό, ας συγκρίνουμε τα είδη κριτικής πριν από επτά μήνες με το σημερινό. Τότε η κυβέρνηση γινόταν στόχος κριτικής επειδή «δεν υπογράφει γρήγορα το νέο μνημόνιο». Σήμερα τα ίδια κόμματα, οι ίδιοι παράγοντες κατηγορούν την κυβέρνηση επειδή ακριβώς υπέγραψε το νέο μνημόνιο.
Μπροστά σε όλα αυτά, η επιλογή του πρωθυπουργού ήταν προφανής: να αναδείξει ακριβώς αυτή τη φραστική αναντιστοιχία, να υπενθυμίσει δηλαδή τη μετατόπιση των πολιτικών δυνάμεων. Ο Αλέξης Τσίπρας, όχι τυχαία, σήμανε χθες την αντεπίθεση στην αντιπολίτευση, καθώς οι πιέσεις από κοινωνικές μερίδες λόγω ασφαλιστικού και αγροτικής φορολογίας αυξάνονται.
Και διάλεξε να δομήσει ολόκληρη την ομιλία του γύρω από το δημοψήφισμα και τη στάση που κράτησαν οι οργανωμένες πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις εκείνη την εποχή.
Αναμφίβολα η πρόσκληση να στηριχθεί το «Ναι» στο δημοψήφισμα ήταν μια επιλογή απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τους πιο σκληρούς κύκλους λιτότητας στην Ευρώπη. Η κυβέρνηση όμως καλείται να δώσει τη μάχη όχι στο παρελθόν. Και κυρίως όχι στο ποιος είναι ο καλύτερος διαχειριστής του τρίτου μνημονίου.
Ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του καλούνται να ξεπεράσουν την αδιέξοδη αυτή αντιπαράθεση και να προσφέρουν πολιτικό έργο που θα δικαιώσει σε βάθος χρόνου το μεγαλειώδες «Οχι» που διάλεξαν τα φτωχότερα στρώματα, οι στρατιές των ανέργων και των νέων και κυρίως ο κόσμος της Αριστεράς.
