Ποιο είναι το όριο αντοχής πέρα από το οποίο η ελληνική κυβέρνηση θα ήταν διατεθειμένη να αντιδράσει; Το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο την ελληνική πλευρά, ουσιαστικά στοχεύει και την πλευρά των εταίρων-δανειστών ή μόνο πλέον των δανειστών. Είναι σαφές ότι μάλλον δεν υπάρχουν εταίροι, αφού συμπεριφέρονται ως κατακτητές και εκεί που η κυβέρνηση πιστεύει ότι βρήκε τον μίτο της Αριάδνης, ο λαβύρινθος των διαπραγματεύσεων αποδεικνύεται ακόμη πιο περίπλοκος.
Η κυβέρνηση δεν φαίνεται διατεθειμένη να δώσει «γην και ύδωρ», η διαπραγμάτευση έχει εκτραπεί από το οικονομικό πλαίσιο και εξελίσσεται σε πολιτικό αγώνα επιβίωσης μιας κοινωνίας από τη μια πλευρά και επιβεβαίωσης της ισχύος από την άλλη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν υπάρχει συνάντηση στα μισά του δρόμου. Η πολύωρη συνεδρίαση του κυβερνητικού συμβουλίου, χθες, δείχνει την αγωνία της να εξαντλήσει όσα περιθώρια της έχουν απομείνει, χωρίς να βάζει σε άμεσο κίνδυνο τις «κόκκινες γραμμές». Το γεγονός ότι η συνεδρίαση του κυβερνητικού συμβουλίου θα επαναληφθεί σήμερα με στόχο να εξειδικευτούν ώς το ακρότατο όριο οι προτάσεις της κυβέρνησης, αποδεικνύει ότι η ελληνική πλευρά όχι μόνο δεν κωλυσιεργεί, αλλά επιδιώκει να καλύψει τις όποιες λογικές απαιτήσεις των δανειστών.
Πάντα μια συμφωνία που εκ προοιμίου φαντάζει ετεροβαρής δημιουργεί κλονισμό στην αδύνατη πλευρά, όμως σε μια πολιτική διαπραγμάτευση η τέχνη να εκμεταλλεύεσαι και τις παραμικρές χαραμάδες σού επιτρέπει να ενισχύεις την τακτική σου. Η ελληνική πλευρά δεν δείχνει διατεθειμένη να «παραδώσει τα όπλα», όπως επιδιώκουν οι δανειστές. Θα υπερασπιστεί τις γραμμές της, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την κοινωνία. Η υποχώρηση από τις «κόκκινες γραμμές» δεν θα ήταν μια πολιτική ήττα, αλλά μια ήττα που θα οδηγούσε την ελληνική κοινωνία σε νέο Μεσαίωνα. Και αυτό γνωρίζει καλά ότι δεν θα της το συγχωρούσε η Ιστορία. Η εποχή αποδοχής των τελεσιγράφων άνευ όρων έχει οριστικά περάσει, εκτός αν κάποιοι θέλουν να μιμηθούν αποτυχημένα πρότυπα του παρελθόντος.
