Η αναθέρμανση των ελληνορωσικών σχέσεων, που επισφραγίστηκε με την επίσκεψη του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στη Μόσχα και τις συμφωνίες που υπογράφτηκαν εκεί, αποτελεί χωρίς αμφιβολία πολύ θετικό γεγονός.
Ο πρωθυπουργός στο άρθρο του, που δημοσιεύουμε σήμερα, κάνει λόγο για επαναφορά των σχέσεων «των δύο χωρών στις ράγες που με κόπο στρώσαμε από το 2015 έως σήμερα» και για ανάδειξη των ευκαιριών «που ανοίγονται για τις ελληνορωσικές σχέσεις, μετά την έξοδο της χώρας από την κρίση και υπό τις νέες γεωπολιτικές συνθήκες».
Δεν χωράει αμφιβολία πως σε σχέση με το 2015 έχουν αλλάξει πολλά. Η Ελλάδα βρίσκεται εκτός μνημονίων και αποφασίζει μόνη της πλέον για πολλά από τα ζητήματα για τα οποία λίγους μήνες πριν τον πρώτο λόγο είχαν οι δανειστές. Αυτό της δίνει μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων στη σχέση της με τρίτες χώρες, χώρες δηλαδή που βρίσκονται εκτός των συμμαχικών δεσμεύσεών της.
Είναι αλήθεια πως η Ρωσία δεν έχει τις καλύτερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ. Αλλά είναι εξίσου αλήθεια πως η Ελλάδα, ως μέλος των δύο αυτών οργανισμών, μπορεί να συμβάλει στην εξομάλυνσή τους, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό. Το έχει πράξει στο παρελθόν, μπορεί να το πράξει στο παρόν και στο μέλλον.
Η ρωσική ηγεσία ουδέποτε έπαψε να κατανοεί τη χρησιμότητα της Ελλάδας για τα συμφέροντά της. Γι’ αυτό και ουδέποτε ενθάρρυνε τη ρήξη της χώρας μας με τους συμμάχους της, ακόμη και σε περιόδους που αυτό φάνταζε πιθανό.
Το μεγαλύτερο, ίσως, αγκάθι στις ελληνορωσικές σχέσεις αναδείχτηκε εσχάτως και αφορά το Μακεδονικό, καθώς η Συμφωνία των Πρεσπών προβλέπει ότι η Ελλάδα, από τη στιγμή που θα ολοκληρωθεί η κύρωση της συμφωνίας και από τα δύο μέρη, δεν θα εμποδίσει την ένταξη της γείτονος σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ.
Για τη Ρωσία η καλύτερη λύση θα ήταν να μην υπάρξει λύση στις διαφορές Ελλάδας και ΠΓΔΜ. Αυτό όμως δεν συμφέρει τη χώρα μας. Ο πρωθυπουργός το διευκρινίζει με απόλυτη σαφήνεια στο άρθρο του, απευθυνόμενος και στη Ρωσία και στους συμμάχους: «Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει τα κρίσιμα εθνικά της θέματα υπό το πρίσμα τρίτων δυνάμεων».
