ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αντώνης Τελόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ένταση των τελευταίων εβδομάδων στην Ανατολική Μεσόγειο, με την παρουσία ελληνικών φρεγατών και μαχητικών γύρω από την Κύπρο και τις τουρκικές κινήσεις για ανάπτυξη F-16 στο βόρειο κατεχόμενο τμήμα του νησιού, επαναφέρει ενδεχομένως στο προσκήνιο μια συζήτηση που η ελληνική και κυπριακή διπλωματία γνώρισε πολύ καλά στο παρελθόν: τη στρατιωτικοποίηση του Κυπριακού.

Παρότι η Αθήνα επισημαίνει σε όλους τους τόνους ότι τα ελληνικά πολεμικά μέσα που βρίσκονται στην περιοχή έχουν καθαρά αμυντικό χαρακτήρα, η δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από την παρουσία αυτή δείχνει ότι το ζήτημα δεν εξαντλείται σε μια τεχνική διάσταση ασφάλειας.

Κλίμα έντασης

Οι αναφορές ακόμα και στην πιθανότητα μόνιμης παρουσίας ελληνικών στρατιωτικών μέσων στην Κύπρο, αλλά και η ανταλλαγή ανακοινώσεων ανάμεσα σε Αθήνα και Αγκυρα για τη μετακίνηση στρατιωτικών δυνάμεων ένθεν κακείθεν στη Μεγαλόνησο, δημιουργούν ένα νέο κλίμα έντασης. Ενα κλίμα που, ακόμα και αν ξεκινά από αμυντικούς υπολογισμούς, μοιραία ξαναθέτει στον δημόσιο διάλογο το ενδεχόμενο μιας έμμεσης επαναφοράς της στρατιωτικοποίησης του Κυπριακού.

Στην ίδια συγκυρία, ανοίγει και μια δεύτερη, ακόμα πιο σύνθετη συζήτηση: εκείνη της πιθανής ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, έχει δηλώσει ότι εάν οι πολιτικές συνθήκες το επέτρεπαν η Κύπρος θα μπορούσε «ακόμα και αύριο» να υποβάλει αίτηση ένταξης στη Συμμαχία, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η δεδομένη στάση της Τουρκίας καθιστά σήμερα ένα τέτοιο βήμα εξαιρετικά δύσκολο. Η συζήτηση αυτή παρουσιάζεται από ορισμένους ως μια φυσική εξέλιξη της γεωπολιτικής θέσης της Κύπρου και ως ένας τρόπος ενίσχυσης της αποτρεπτικής της ισχύος.

Ωστόσο, στη σημερινή διεθνή συγκυρία μια τέτοια κίνηση θα άνοιγε και μια πολύ πιο σύνθετη γεωπολιτική εξίσωση. Με την εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ να έχει ήδη απομακρυνθεί από πολλούς παραδοσιακούς τρόπους άσκησης της αμερικανικής διπλωματίας, ένα ενδεχόμενο αίτημα ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια νέα διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Τουρκίας.

Σε μια τέτοια διαδικασία, η Ουάσινγκτον -και ο ίδιος ο Τραμπ- θα μπορούσε να βρεθεί στον ρόλο του επιδιαιτητή. Και μια τέτοια διαπραγμάτευση δύσκολα θα περιοριζόταν μόνο στο ζήτημα της ένταξης: μοιραία θα συνδεόταν και με το ίδιο το Κυπριακό. Με άλλα λόγια, το ζήτημα της συμμετοχής στο ΝΑΤΟ θα μπορούσε να ανοίξει εκ νέου μια συζήτηση για τη λύση του προβλήματος, αλλά αυτή τη φορά σε ένα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό περιβάλλον και με έναν απρόβλεπτο παράγοντα -τον Τραμπ- στην εξίσωση.

Η ένσταση αυτή δεν αφορά μόνο τη γεωπολιτική διάσταση αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται το ίδιο το Κυπριακό. Οταν ένα πολιτικό πρόβλημα μεταφέρεται σε ένα πλαίσιο στρατιωτικών συμμαχιών, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί από ζήτημα διεθνούς δικαίου σε πρόβλημα στρατηγικής ισορροπίας.

Πολιτική λύση

Η εμπειρία των δεκαετιών που ακολούθησαν την εισβολή του 1974 δείχνει ότι κάθε φορά που το Κυπριακό μετατρέπεται σε πεδίο στρατιωτικής αντιπαράθεσης, η πολιτική του ουσία υποχωρεί. Αντί να αντιμετωπίζεται ως διεθνές πρόβλημα κατοχής και ανάγκης πολιτικής λύσης, μετατρέπεται σε ζήτημα ισορροπίας στρατιωτικών δυνάμεων και αποτροπής.

Αυτό ακριβώς είχε επισημάνει ήδη από τη δεκαετία του 1990 ο Γιάννος Κρανιδιώτης, ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της ευρωπαϊκής στρατηγικής για το Κυπριακό. Στη διάρκεια της κρίσης των πυραύλων S-300 το 1997-1998 προειδοποιούσε ότι «η πυραυλολογία αποπροσανατολίζει από την ουσία του Κυπριακού», επιμένοντας ότι η ελληνική και η κυπριακή πλευρά έχουν συμφέρον να επιμένουν στη συνεχή πολιτικοποίηση και διεθνοποίηση του ζητήματος και όχι στη μετατροπή του σε πεδίο στρατιωτικής αντιπαράθεσης (συνέντευξη στα «Νέα», 17.8.1998).

Ο Κρανιδιώτης υπογράμμιζε επίσης ότι η στρατιωτικοποίηση «εξυπηρετεί την προσπάθεια της Τουρκίας να αποδείξει ότι οι δύο κοινότητες δεν μπορούν να συμβιώσουν». Με αυτόν τον τρόπο, το Κυπριακό κινδυνεύει να μετατραπεί από πρόβλημα διεθνούς δικαίου -εισβολής και κατοχής- σε πρόβλημα ασφάλειας μεταξύ δύο πλευρών.

Η στρατηγική που προώθησε βασιζόταν ακριβώς σε αυτή τη λογική: πολιτικοποίηση και διεθνοποίηση του ζητήματος μέσα από την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου και την ενεργή εμπλοκή διεθνών θεσμών. Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 2004 αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής.

Σήμερα, όμως, οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο -ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η αυξανόμενη στρατιωτική παρουσία μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή- δημιουργούν νέες πιέσεις και νέους πειρασμούς στρατιωτικοποίησης.

Ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξης Τσίπρας έχει προειδοποιήσει ότι η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ θα μπορούσε να δημιουργήσει «νέους κινδύνους», υποστηρίζοντας πως η μεταφορά του Κυπριακού σε ένα πλαίσιο στρατιωτικών συμμαχιών δεν αντιμετωπίζει το βασικό πολιτικό πρόβλημα: την ανάγκη μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ.

Η Ελλάδα στηρίζει

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η προσεκτική στάση που έχει τηρήσει η Αθήνα. Ερωτηθείσα πρόσφατα για τις συζητήσεις περί ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, Λένα Ζωχιού, υπογράμμισε ότι το ζήτημα «αφορά πρωτίστως την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία είναι ένα κυρίαρχο κράτος», προσθέτοντας ότι η Ελλάδα «θα στηρίξει κάθε της απόφαση».

Αναλύσεις ερευνητικών ιδρυμάτων, όπως το Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), έχουν επισημάνει ότι το κοινό αμυντικό δόγμα Ελλάδας-Κύπρου της δεκαετίας του 1990 είχε σε μεγάλο βαθμό συμβολικό χαρακτήρα. Οταν δε επικρατήσει μια λογική η οποία δεν συνοδεύεται από μια σαφή πολιτική στρατηγική για την επίλυση του προβλήματος, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί περισσότερο επικοινωνιακή ένταση παρά πραγματική ασφάλεια.

Ισως γι’ αυτό η προειδοποίηση του Κρανιδιώτη ακούγεται σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ: όταν το Κυπριακό μετατρέπεται σε στρατιωτική αντιπαράθεση, η πολιτική του ουσία χάνεται. Και μαζί της απομακρύνεται και η προοπτική της λύσης.