ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αντώνης Τελόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η νέα Εθνική Αμυντική Στρατηγική των ΗΠΑ για το 2026 που δημοσιεύτηκε πριν από μερικά εικοσιτετράωρα δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική επικαιροποίηση προτεραιοτήτων, αλλά τη θεσμική αποτύπωση μιας βαθιάς πολιτικής ρήξης. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ουάσινγκτον αμφισβητεί στην πράξη το μέχρι πρότινος αδιαπραγμάτευτο δόγμα της διατλαντικής ασφάλειας, πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η παραδοσιακή συμμαχία ΗΠΑ-Ευρώπης. Η στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ σηματοδοτεί μια στροφή που δεν αφορά απλώς την ιεράρχηση απειλών, αλλά τον ίδιο τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως εγγυητή της δυτικής ασφάλειας και σταθερότητας.

Η νέα στρατηγική επαναλαμβάνει με θεσμικούς όρους όσα ο Ντόναλντ Τραμπ διακηρύσσει εδώ και μήνες πολιτικά: ότι η Ευρώπη αποτελεί βάρος, ότι οι παραδοσιακοί δεσμοί έχουν κοστίσει στις ΗΠΑ και ότι η αμερικανική ισχύς δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη ή αυτονόητη. Στο επίκεντρο τίθεται πια η υπεράσπιση της αμερικανικής πατρίδας και των συνόρων, ενώ η αποτροπή της Κίνας στον Ινδο-Ειρηνικό αναδεικνύεται σε στρατηγική προτεραιότητα. Η Ευρώπη, εξάλλου, παραμένει παρούσα στη στρατηγική, όχι όμως ως πυλώνας, αλλά ως πεδίο στο οποίο οι ΗΠΑ προτίθενται να μειώσουν τον ρόλο και τις υποχρεώσεις τους.

Οι προτεραιότητες

Η ιεράρχηση είναι αποκαλυπτική. Πρώτα η εσωτερική ασφάλεια – σύνορα, μετανάστευση, ναρκωτικά, τα οποία αντιμετωπίζονται πλέον ως ζητήματα εθνικής άμυνας. Επειτα ο Ινδο-Ειρηνικός και η Κίνα. Και μόνο στη συνέχεια η Ευρώπη, η οποία καλείται να αναλάβει μόνη της το βάρος της ασφάλειάς της. Η προσέγγιση αυτή δεν συνιστά απλώς αναπροσαρμογή, αλλά αποδόμηση του μεταψυχροπολεμικού μοντέλου, στο οποίο η Ουάσινγκτον λειτουργούσε ως σταθερός πυλώνας αποτροπής και πολιτικής εγγύησης.

Η σύγκριση με την προηγούμενη Εθνική Αμυντική Στρατηγική της κυβέρνησης Μπάιντεν είναι ενδεικτική της αλλαγής φιλοσοφίας. Εκείνη περιέγραφε την Κίνα ως τη σημαντικότερη πρόκληση για τις ΗΠΑ και τη Ρωσία ως «οξεία απειλή», εντάσσοντας παράλληλα κινδύνους όπως η κλιματική αλλαγή στο πλαίσιο των αναδυόμενων απειλών. Αντίθετα, η στρατηγική Τραμπ εγκαταλείπει πλήρως αυτή τη λογική, μετατοπίζοντας το βάρος σε μια στενά εθνική ανάγνωση της ασφάλειας και απογυμνώνοντας το δόγμα της Δύσης από τα πολιτικά και αξιακά του χαρακτηριστικά.

Σε ό,τι αφορά το ΝΑΤΟ, η στρατηγική δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι παραμένουν στη Συμμαχία, ωστόσο υιοθετούν έναν σαφώς τιμωρητικό τόνο απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους, τους οποίους καλούν να αναλάβουν την κύρια ευθύνη για τη συμβατική άμυνα της ηπείρου. Η Ρωσία παρουσιάζεται ως «επίμονη αλλά διαχειρίσιμη απειλή», επιχείρημα που χρησιμοποιείται για να δικαιολογηθεί η σταδιακή αποδέσμευση αμερικανικών πόρων από την Ευρώπη. Πρόκειται για μια λογική που μετατρέπει το ΝΑΤΟ από συμμαχία συλλογικής ασφάλειας σε μηχανισμό επιμερισμού κόστους, με έντονα πολιτικά και γεωστρατηγικά υπονοούμενα.

Η στροφή αυτή, ωστόσο, δεν μένει στη θεωρία. Διεθνείς αναλύσεις και διπλωματικές εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι η Ουάσινγκτον έχει ήδη λάβει αποφάσεις για μείωση στρατευμάτων και υποδομών σε ορισμένα σημεία της Ευρώπης, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αναδιάταξης προτεραιοτήτων. Διπλωματική πηγή, σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην «Εφ.Συν.», εκτιμούσε ότι προς το παρόν δεν προκύπτει απειλή για την ελληνική άμυνα, καθώς οι αλλαγές αφορούν κυρίως την ανακατανομή των εγγυήσεων ασφαλείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, δεν αναμένεται μείωση των υφιστάμενων αμερικανικών δυνάμεων στην Ελλάδα στο παρόν στάδιο.

Οι βάσεις στην Ελλάδα

Στο ίδιο πλαίσιο, διπλωματικές πηγές επισημαίνουν ότι η υφιστάμενη αμερικανική και ΝΑΤΟϊκή παρουσία στη χώρα παραμένει σταθερή, με κομβικό ρόλο να διαδραματίζουν η ναυτική βάση της Σούδας και το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Οι συγκεκριμένες υποδομές περιλαμβάνονται στη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας-ΗΠΑ, η οποία βρίσκεται σε ισχύ και αποτελεί βασικό εργαλείο της αμερικανικής και συμμαχικής παρουσίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο.

Ωστόσο, η Αθήνα παρακολουθεί με προσοχή τις εξελίξεις. Ο 6ος γύρος του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας-ΗΠΑ, που αναμένεται να πραγματοποιηθεί σύντομα στην Αθήνα, προχωρά κανονικά, με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να αναμένεται στην ελληνική πρωτεύουσα. Εκεί θα φανεί εάν και σε ποιο βαθμό θα τροποποιηθεί η Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας, η οποία λήγει τον Νοέμβριο του 2026 και συνιστά κρίσιμο πυλώνα της διμερούς σχέσης.

Παράλληλα, εξαιτίας της αβεβαιότητας που προκαλούν η νέα αμερικανική διοίκηση και η ανοιχτή αμφισβήτηση των παραδοσιακών δεσμών, η Αθήνα εξετάζει και εναλλακτικές. Στο τραπέζι βρίσκεται η περαιτέρω εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με τη Γαλλία, της οποίας η σχετική συμφωνία λήγει και αναμένεται να ανανεωθεί το προσεχές διάστημα, ως αντιστάθμισμα και πολιτικό μήνυμα.

Στην πραγματικότητα, η νέα αμερικανική στρατηγική δεν αιφνιδιάζει. Απλώς, επιβεβαιώνει όσα προανήγγελλε εδώ και καιρό ο Ντόναλντ Τραμπ. Εκείνοι που αιφνιδιάστηκαν ήταν οι Ευρωπαίοι ηγέτες, οι οποίοι όλο αυτό το διάστημα αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Εγκλωβισμένοι σε μια αυτάρεσκη βεβαιότητα ότι το μεταψυχροπολεμικό δόγμα της αμερικανικής εγγύησης ήταν δεδομένο και μη αναστρέψιμο, πιάστηκαν στον ύπνο. Σήμερα παρακολουθούν, σχεδόν αμήχανοι, την Ουάσινγκτον να ανατρέπει τις σταθερές της δυτικής ασφάλειας, ενώ η Ευρώπη μένει χωρίς σχέδιο, χωρίς κοινή στρατηγική και με την ευθύνη να βαραίνει πλέον αποκλειστικά τη δική της πλευρά.