Tο ενδεχόμενο να εξελιχθεί ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος σε θρυαλλίδα νέου γύρου αστάθειας στα Δυτικά Βαλκάνια ή κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης στα μέτωπα που είναι ανοιχτά στη Μ. Ανατολή και τη Λιβύη προκαλεί ανησυχία στην Αθήνα. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, με άγνωστη κατάληξη και απρόβλεπτες συνέπειες για τις σχέσεις της Δύσης με τη Μόσχα, παραπέμπουν σε μια νέα άσκηση ισορροπιών στην ευρύτερη περιοχή.
Οι ελληνικές ανησυχίες αποτυπώθηκαν στις δημόσιες δηλώσεις του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη και του υπουργού Εξωτερικών Ν. Δένδια, αλλά ιδίως στις ανεπίσημες συνομιλίες με Αμερικανούς και Ευρωπαίους στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων για το Ουκρανικό. Το ενδιαφέρον είναι βεβαίως εστιασμένο στην Ουκρανία και στις επόμενες ενέργειες της Μόσχας. Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ε.Ε. συζήτησαν σε έκτακτη συνάντηση χθες τις εξελίξεις στην Ουκρανία και συμφώνησαν το σχέδιο νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Παράλληλα, όμως, γίνεται σαφές από κινήσεις της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ σε δεύτερο πλάνο ότι υπάρχει ανησυχία για ξέσπασμα και άλλων κρίσεων.
Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ενισχύουν στρατιωτικά τις συμμαχικές χώρες που συνορεύουν με τη Ρωσία, ενώ από την πλευρά της η Ε.Ε. αποφάσισε ενίσχυσης της στρατιωτικής της παρουσίας στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, στο πλαίσιο της αποστολής του ΟΗΕ. Εδώ και μήνες η χώρα βρίσκεται σε πολιτική αστάθεια, με τον ηγέτη των Σερβοβοσνίων, Μ. Ντόντικ, να θέτει θέμα απόσχισης, προσβλέποντας ανοιχτά σε υποστήριξη της Μόσχας για την προώθηση αυτού του σχεδίου. Από την πλευρά του το Βελιγράδι, όπως φάνηκε και από τη στάση του προέδρου της Σερβίας, Αλ. Βούτσιτς, στην περίπτωση της Ουκρανίας, θέλει να διατηρήσει τις καλές σχέσεις που έχει με τη Μόσχα, χωρίς να κλείσει την προοπτική της Ε.Ε., κάτι που θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση στο εσωτερικό.
Και στη Λιβύη, η Ε.Ε. θα ήθελε να επισπευστούν οι πολιτικές εξελίξεις, ωστόσο, αυτή την περίοδο θεωρείται παρακινδυνευμένο να ζητήσει συγκεκριμένα βήματα από τις πολιτικές δυνάμεις και τα αντίπαλα στρατόπεδα. Εκεί που είναι τα πράγματα και η καλύτερη πρωτοβουλία μπορεί να επιδρούσε αρνητικά στις λεπτές ισορροπίες, καθώς η Ρωσία έχει ισχυρή επιρροή και στρατιωτική παρουσία στη χώρα.
Παράλληλα με όλα αυτά, η Αθήνα είναι αναγκασμένη να παρακολουθεί προσεκτικά κάθε κίνηση της Αγκυρας, τόσο γύρω από το Ουκρανικό όσο και στις διαβουλεύσεις που γίνονται στο ΝΑΤΟ. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον καταγράφηκαν οι δηλώσεις Ερντογάν κατά του Πούτιν για την εισβολή, από την άλλη όμως ως προς το θέμα των κυρώσεων η Τουρκία επιμένει να τηρεί αρνητική στάση. Η Αθήνα δεν αναμένει μια εντυπωσιακή αλλαγή στη συμπεριφορά της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, όμως για κάποιο διάστημα δεν αποκλείεται να μετριαστούν οι επιθετικές δηλώσεις.
Οι υπουργοί Αμυνας και Εξωτερικών της Τουρκίας, Χ. Ακάρ και Μ. Τσαβούσογλου, είχαν χθες και προχθές τηλεφωνικές συνομιλίες με τους Αμερικανούς ομολόγους τους Λ. Οστιν και Α. Μπλίνκεν. Οι ασκήσεις ισορροπιών για τον πρόεδρο Τ. Ερντογάν μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας είναι πιο δύσκολες τώρα, καθώς η Τουρκία είχε προνομιακές σχέσεις και με το Κίεβο. Συνομιλία με τον Μ. Τσαβούσογλου είχε χθες και ο Ζ. Μπορέλ, ο οποίος δήλωσε ότι συμφώνησαν να συνεχίσουν «τον συντονισμό για τον τερματισμό της απαράδεκτης επιθετικότητας το συντομότερο δυνατόν».
Υπεκφυγή Τσαβούσογλου
Στο επίσημο αίτημα της κυβέρνησης Ζελένσκι να κλείσουν τα Στενά για τον ρωσικό πολεμικό στόλο, ο Μ. Τσαβούσογλου και χθες απέφυγε να απαντήσει ευθέως, λέγοντας ότι το θέμα εξετάζεται από τις νομικές υπηρεσίες, στη βάση της Συνθήκης του Μοντρέ. Στη συμφωνία είπε ο Τούρκος ΥΠΕΞ υπάρχει κάτι ιδιαίτερο: «Εάν ζητηθεί να επιστρέψουν στις βάσεις τους τα πλοία των χωρών που είναι συμβαλλόμενα μέρη στον πόλεμο, αυτό πρέπει να επιτραπεί. Ακόμα κι αν το απαγορεύουμε, οι Ρώσοι έχουν τέτοιο δικαίωμα. Η Ρωσία είχε καταφέρει να προσθέσει αυτή την πρόβλεψη υπέρ της. Αυτά τα ρυθμίζουν τα άρθρα 19, 20 και 21».
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται και η συζήτηση που αρχίζει εκ νέου στην Ε.Ε. γύρω από το θέμα της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας, το οποίο από καιρού εις καιρόν ανοίγει χωρίς όμως την απαιτούμενη σύγκλιση για να προχωρήσει. Η κρίση ανασφάλειας από το Ουκρανικό αυξάνει σημαντικά την πίεση προς το Βερολίνο να αποδεχτεί τις ιδέες Μακρόν.
