Ανησυχία επικρατεί στην Αθήνα, για το ντόμινο εξελίξεων που μπορεί να πυροδοτήσει η επάνοδος των Ταλιμπάν, καθώς διαφαίνεται η αδυναμία των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. να διαμορφώσουν ένα πειστικό πλαίσιο διαχείρισης της κατάστασης γύρω από το Αφγανιστάν. Η ανησυχία εστιάζεται στο πιθανό ενδεχόμενο μιας νέας προσφυγικής κρίσης και τη γεωπολιτική αστάθεια που θα προκληθεί στην ευρύτερη περιοχή.
Η κατάρρευση της στρατηγικής δυο δεκαετιών των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν μέσα σε λίγες ημέρες και η αμηχανία της Δύσης γενικότερα απέναντι στο φαινόμενο των Ταλιμπάν ανοίγουν ένα νέο μεγάλο παιχνίδι στην Κεντρική Ασία, με αντανακλάσεις και στην περιοχή της Μ. Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Η αποτυχία της Ουάσινγκτον να οργανώσει την αποχώρηση που είχε συμφωνηθεί από τη διοίκηση Τραμπ με τους Ταλιμπάν έχει επιφέρει βαρύ πλήγμα αξιοπιστίας στη διοίκηση Μπάιντεν, αλλά και στο ΝΑΤΟ, που αναζητεί ακόμα τρόπο συντονισμού για τη μεταφορά των ξένων αποστολών και των συνεργατών τους από το Αφγανιστάν. Ο κίνδυνος να βρεθούν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ σε μια κρίση εσωστρέφειας δεν θεωρείται διόλου απίθανος, με απρόβλεπτα αποτελέσματα για τις περιφερειακές ισορροπίες σε όλα τα μέτωπα που είναι ανοιχτά από την Ασία έως την Αφρική.
Η Αθήνα έχει επενδύσει στην «επιστροφή των ΗΠΑ» στη διεθνή σκηνή με την κυβέρνηση Μπάιντεν, για την ανάσχεση της τουρκικής επιθετικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και πάνω σε αυτή τη στρατηγική κινείται σε όλο το πλέγμα των σχέσεων με την Αγκυρα και στο Κυπριακό. Το θέμα είναι αν η αμερικανική διπλωματία θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις εξελίξεις στη Μεσόγειο ή θα στραφεί αποκλειστικά στο παιχνίδι που άνοιξε με την επάνοδο των Ταλιμπάν, όπου Ρωσία, Κίνα, Πακιστάν, Ιράν και Τουρκία επιδιώκουν στρατηγικές θέσεις. Αυτή η μάχη επιρροής δεν αποκλείεται, σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, να οδηγήσει σε νέα εμφύλια σύγκρουση στο Αφγανιστάν και πόλεμο δι’ αντιπροσώπων, όπως στη Συρία, τη Λιβύη και το Ιράκ. Το σενάριο αυτό χαρακτηρίζεται εφιαλτικό αλλά δεν θεωρείται απίθανο.
Αυτήν την ώρα το ενδιαφέρον όλων των δυτικών χωρών εστιάζεται στο ανθρωπιστικό μέρος, στον απεγκλωβισμό των Αφγανών που εργάστηκαν για τις αποστολές τους και των οικογενειών τους και παράλληλα στην αποτροπή μιας εσωτερικής επισιτιστικής κρίσης. Μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η αποχώρηση των ΗΠΑ και όλων των συμμαχικών χωρών που έχουν παρουσία στο Αφγανιστάν. Ομως είναι ήδη σαφές ότι δεν θα καταστεί δυνατή η μεταφορά όλων των Αφγανών συνεργατών τους. Ως προς την ανθρωπιστική βοήθεια, επίσης είναι αβέβαιο πως μπορεί να οργανωθεί επιχείρηση από τον ΟΗΕ χωρίς ισχυρές δεσμεύσεις από τους Ταλιμπάν που δείχνουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για οικονομική ρευστότητα παρά για τρόφιμα και φάρμακα.
Οι επόμενες αποφάσεις των Ταλιμπάν θα ορίσουν σε μεγάλο βαθμό και το μέγεθος της προσφυγικής κρίσης. Την περίοδο 1996-2001 είχαν κλειστά τα σύνορα και οι ροές προσφύγων κατευθύνονταν κυρίως προς το Πακιστάν. Αυτή τη φορά δεν αποκλείεται να εργαλειοποιήσουν το κύμα φυγής. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε η επίτροπος της Ε.Ε. Ιλβα Γιόχανσον, μόνο φέτος εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό του Αφγανιστάν μισό εκατομμύριο άνθρωποι ενώ πέρυσι περίπου τρία εκατομμύρια. Οι χώρες πρώτης υποδοχής, το Πακιστάν και το Ιράν, έχουν ήδη 3 εκατομμύρια και 2 εκατομμύρια πρόσφυγες αντίστοιχα, ενώ από την πλευρά της η Τουρκία, που φιλοξενεί περίπου 500.000 Αφγανούς πρόσφυγες, διαμηνύει ότι δεν μπορεί να δεχτεί άλλους. Ο Τ. Ερντογάν σε τηλεοπτική συνέντευξη επισήμανε ότι ενισχύονται τα μέτρα φύλαξης των συνόρων με το Ιράν, ενώ στη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου τόνισε ότι «η Ευρώπη θα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για τους νέους πρόσφυγες».
Ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης είχε χθες το απόγευμα επικοινωνία με τον πρόεδρο της Τουρκίας για τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν και το ενδεχόμενο νέων προσφυγικών ροών. Αυτή τη στιγμή η Ε.Ε. δεν συζητάει την απευθείας μεταφορά Αφγανών προσφύγων από τις χώρες πρώτης υποδοχής, το Ιράν και το Πακιστάν, ενώ ως προς τη συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας αυτή είναι εστιασμένη στους πρόσφυγες από τη Συρία. Ο Ν. Δένδιας στην τηλεδιάσκεψη του Συμβουλίου Εξωτερικών της Ε.Ε. επισήμανε την ανάγκη ενιαίας στάσης και τόνισε ότι πρέπει να καταστεί σαφές προς τρίτες χώρες, όπως η Τουρκία, ότι δεν θα επιτραπεί η εργαλειοποίηση των προσφύγων και μεταναστών. Και με την επίσκεψη Παναγιωτόπουλου-Χρυσοχοΐδη στον Εβρο η κυβέρνηση προσπάθησε να στείλει το μήνυμα ότι δεν θα επιτρέψει μαζική είσοδο ανθρώπων από την Τουρκία η οποία κατασκευάζει τείχος στα σύνορα με το Ιράν για να αποτρέψει την είσοδο Αφγανών.
Πώς θα εξελιχθεί η νέα προσφυγική κρίση δεν έχει ακόμα εκτιμηθεί από την Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ και για την ώρα οι προσπάθειες εστιάζονται στη συνέχιση της ανθρωπιστικής βοήθειας προς τους εκτοπισμένους μέσα στο Αφγανιστάν και τους καταυλισμούς στο Ιράν και το Πακιστάν. Η Ε.Ε. με τη σειρά της δείχνει να περιμένει τον ΟΗΕ για να λειτουργήσει επικουρικά, καθώς δεν υπάρχει ομοφωνία στο εσωτερικό για κοινή διαχείριση του πιθανολογούμενου προσφυγικού κύματος. Η συνεχής επισήμανση από όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι «δεν πρέπει να επαναληφθεί η κρίση του 2015» δηλώνει την απροθυμία των Βρυξελλών να στήσουν γέφυρες για την οργανωμένη υποδοχή Αφγανών προσφύγων.
