Την επιβολή κυρώσεων στην Αγκυρα, λόγω της αγοράς και εγκατάστασης του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400, εξετάζει η κυβέρνηση Τραμπ, ωστόσο δεν έχουν ακόμη ληφθεί αποφάσεις, δήλωσε χθες ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν, εξερχόμενος από τον Λευκό Οίκο. Το θέμα παραμένει ανοιχτό και αναμένεται να επανέλθει σύντομα στο προσκήνιο, καθώς υπάρχουν διακομματικές πιέσεις από το Κογκρέσο, όπου έχουν ήδη υπερψηφιστεί σχετικά νομοσχέδια.
Αναμένεται, δε, να συζητηθεί -μεταξύ πολλών άλλων ανοιχτών διμερών και περιφερειακών ζητημάτων- στη συνάντηση που θα έχουν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, στο περιθώριο της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ.
Στη Νέα Υόρκη αναμένεται να γίνουν εντατικές διαβουλεύσεις και για το Κυπριακό, όμως χθες ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας ανέφερε σε συνέντευξή του στον ραδιοσταθμό Real FM ότι «δεν έχει ακόμη κλειστεί» η συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο. Ο κ. Δένδιας σημείωσε ότι δεν πρόκειται «για συνάντηση-συγχωροχάρτι ή συνάντηση στην οποία ο πρωθυπουργός αγνοεί τα όσα απαράδεκτα κάνει η Τουρκία τόσο στο Αιγαίο όσο και εις βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας».
Ο υπουργός Εξωτερικών έστειλε σαφές μήνυμα προς τη γείτονα «να σταματήσει τις προκλήσεις, να σταματήσει να φέρεται σαν ταραξίας, να σταματήσει να παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα, να σταματήσει να παραβιάζει και την κυριαρχία ακόμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» και σημείωσε ότι «η Τουρκία το κάνει δύσκολο για μας. Δεν μας βοηθάει σε αυτή την προσπάθεια να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε έναν νοήμονα διάλογο. Να βρούμε άκρη».
«Δεν πρόκειται να απελπιστούμε, είμαστε μια ευρωπαϊκή χώρα, χτίζουμε τις συμμαχίες μας, δεν προσερχόμαστε σε αυτή την προσπάθεια αγνοώντας την ανάγκη να έχουμε μαζί μας τη διεθνή κοινότητα, τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ, τους εταίρους μας και φίλους μας στην Ε.Ε. Ενισχύουμε και παλεύουμε για να ενισχύσουμε ακόμα περισσότερο τις συμμαχίες μας και από την άλλη λέμε στην Τουρκία ότι εφόσον σταματήσει όλα αυτά τα περίεργα μπορούμε να καταλήξουμε κάποια στιγμή σε σοβαρό τρόπο συζήτησης και επίλυση των διαφορών μας», τόνισε ο Νίκος Δένδιας και σημείωσε ότι η Ελλάδα «είναι η μόνη χώρα της Ε.Ε. που θέλει μια ευρωπαϊκή και σύγχρονη Τουρκία», μέλος της Ενωσης.
«Μακεδονομάχοι»
Σχολιάζοντας την επισήμανση του εκπροσώπου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Χαρίτση, ότι ο «μακεδονομάχος» Κυριάκος Μητσοτάκης, στην ομιλία του στη ΔΕΘ, δεν βρήκε ούτε λέξη να πει για τη Συμφωνία των Πρεσπών, ο κ. Δένδιας υποστήριξε ότι «ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε μια σαφή θέση, είπε ότι αν κυρωθεί η συμφωνία εμείς θα την εφαρμόσουμε, επειδή υπάρχει συνέχεια στο κράτος και δεν υπάρχει κανείς ο οποίος μπορεί να μην ακολουθήσει κάτι το οποίο συμφώνησε η προηγούμενη κυβέρνηση». Ο υπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε επίσης ότι «ο αναθεωρητισμός των συνθηκών είναι επικίνδυνος για την Ελλάδα σε πολλά επίπεδα».
Οσον αφορά δε, τα περί «προδοτικής συμφωνίας», θέση την οποία διατύπωναν προεκλογικά στελέχη της Ν.Δ., ο κ. Δένδιας κράτησε σαφείς αποστάσεις και δήλωσε χαρακτηριστικά: «Δεν πρόκειται να αποδώσω τον τίτλο του προδότη στη χώρα εγώ σε κανέναν. Με εξαιρέσεις, για να είμαστε και ειλικρινείς. Αλλά εν πάση περιπτώσει σε αυτή τη συγκυρία το να μιλάμε για προδοσία δεν νομίζω ότι είναι σωστό. Εχουμε ακούσει εμείς από τον ΣΥΡΙΖΑ τέτοια, θυμάστε, την εποχή των μνημονίων. “Προδότες”, “δωσίλογους” μας λέγανε, “γερμανοτσολιάδες”. Αυτά γίνονται στο πλαίσιο ενός πολιτικού λόγου οξύτατου. Κατά την άποψή μου όχι παραδεκτού, αλλά δεν χρειάζεται κανείς ούτε να τα υιοθετεί ούτε να τα διατηρεί ως πολιτική παρακαταθήκη».
Ο υπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε ότι η χώρα έχει μια συμβατική δέσμευση απέναντι στη Βόρεια Μακεδονία και οφείλει να την τηρήσει, όπως και η άλλη πλευρά πρέπει να τηρήσει απολύτως, «στο γράμμα, στο κόμμα, στην τελεία», τις δικές της δεσμεύσεις, θέση την οποία μετέφερε στον υπουργό Εξωτερικών της Βόρειας Μακεδονίας, Νίκολα Ντίμιτροφ, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συνάντησης που είχαν στο Ελσίνκι της Φινλανδίας. Ο Νίκος Δένδιας επανέλαβε ότι διαφωνεί με τις προβλέψεις της Συμφωνίας των Πρεσπών σχετικά με τη γλώσσα και την εθνικότητα, ωστόσο υπογράμμισε ότι «αφ’ ης στιγμής υπογράφηκε, κυρώθηκε (η Συμφωνία των Πρεσπών) δεν είναι δυνατόν (να αλλάξει)».
