Σε μια νέα περίοδο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις προσδοκά η Ελλάδα μετά το αίσιο τέλος που είχε η υπόθεση των δύο φυλακισμένων στρατιωτικών μας στην Αδριανούπολη και την επιστροφή τους στην πατρίδα, στην αγκαλιά των οικογενειών τους.
Από αρκετά στελέχη της κυβέρνησης εκφράστηκε χθες η πεποίθηση πως αυτό το περιστατικό θα είναι ουσιαστικά το τελευταίο μεταξύ των δύο χωρών και πως υπάρχει έδαφος για γόνιμο διάλογο με την Τουρκία, η οποία από την πλευρά της έχει ανάγκη την Ελλάδα στις ευρύτερες σχέσεις της με την Ευρώπη.
«Η διπλωματία, η υπομονή, η νηφαλιότητα και όχι ο φανφαρισμός φέρνουν αποτελέσματα», ανέφερε χθες μιλώντας στο Νews24/7 ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, σχολιάζοντας την απελευθέρωση των δύο Ελλήνων αξιωματικών.
Οπως φαίνεται, είναι εξαιρετικά πιθανό ο κ. Κοτζιάς να συναντηθεί με τον Τούρκο ομόλογό του στις αρχές Σεπτεμβρίου, κατά τη διάρκεια των εγκαινίων του νέου ελληνικού προξενείου, τα οποία είχαν αναβληθεί εξαιτίας της σύλληψης των Ελλήνων στρατιωτικών.
Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι στο ίδιο πλαίσιο υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία, προχθές, του υπουργού Εθνικής Αμυνας Πάνου Καμμένου με τον Τούρκο ομόλογό του, τον οποίο και προσκάλεσε να έρθει στην Αθήνα.
Οπως φαίνεται -και μέχρι αποδείξεως του εναντίου-, οι λεονταρισμοί ένθεν κακείθεν όλους αυτούς τους μήνες κράτησης των στρατιωτικών μας αποτελούν παρελθόν.

Οι δύο πλευρές θα έχουν την ευκαιρία να συναντηθούν και στο τέλος Σεπτεμβρίου, στη Νέα Υόρκη, σε ευρύτερο πλαίσιο, στη σύνοδο του ΟΗΕ.
Είναι ήδη κανονισμένη η συνάντηση του γ.γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες με τον πρόεδρο της Κύπρου Νίκο Αναστασιάδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί, με θέμα το Κυπριακό – θέμα που θα το έχουν συζητήσει νωρίτερα και οι Ν. Κοτζιάς με τον Τούρκο ομόλογό του Μ. Τσαβούσογλου.
Στη Νέα Υόρκη, επίσης, το ίδιο χρονικό διάστημα θα βρεθεί και ο Ελληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, συνεπώς θεωρείται πιθανή νέα συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Οι νέες προοπτικές
Για τις νέες προοπτικές που ανοίγονται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, μετά την απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, μίλησε και ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Δ. Παπαδημούλης σε ραδιοφωνική συνέντευξη: «Εχουμε μια ευκαιρία να αναζητήσουμε δρόμους εξομάλυνσης και ενίσχυσης της συνεργασίας των δύο κρατών, πάντα θεμελιωμένη στο διεθνές δίκαιο, στη σταθερότητα των συνόρων στη συνθήκη της Λωζάνης, στα επόμενα ραντεβού που υπάρχουν και αφορούν είτε τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών σε προσεχείς συναντήσεις είτε την προσπάθεια επανέναρξης των συνομιλιών για τη λύση του Κυπριακού, καθώς επίσης και σε θέματα πολιτιστικής, οικονομικής συνεργασίας».
Και πρόσθεσε πως «είμαστε καταδικασμένοι από την Ιστορία και τη γεωγραφία οι δύο λαοί, ο ελληνικός και ο τουρκικός, παρά τις μεγάλες μας διαφορές και την ιστορικά καλλιεργημένη δυσπιστία, να ζήσουμε δίπλα δίπλα και το συμφέρον και των δύο λαών είναι να αναζητήσουμε δρόμους ειρηνικής συνύπαρξης και καλής γειτονίας».
Για το θέμα των ανταλλαγμάτων προς την πλευρά της Τουρκίας, όπως ακούγεται από μερίδα της αντιπολίτευσης, απάντηση έδωσε ο αναπληρωτής υπουργός Αμυνας, Φώτης Κουβέλης, μιλώντας «Στο Κόκκινο».
«Δεν μπορεί παρά να τα αξιολογήσει κανείς ως στοιχεία της αδυσώπητης εξωθεσμικής αντιπολίτευσης, με στόχο να αφαιρέσουν ό,τι μπορούν από όσα πράττει η κυβέρνηση», σχολίασε ο κ. Κουβέλης, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα πως η απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών είναι βέβαια μία κίνηση δικαιοσύνης, αλλά ουσιαστικά «βλέπει» και προς την Ελλάδα και προς την Ευρώπη συνολικότερα.
Ευρωπαϊκή στήριξη
Η διεκδίκηση από ελληνικής πλευράς, όπως αναδείχθηκε και στη Βάρνα, με τις δηλώσεις αξιωματούχων και την ιδιαίτερη συνάντηση Τσίπρα – Ερντογάν, στηρίχθηκε και αναδείχθηκε από την ίδια την Ευρώπη και τον κ. Γιούνκερ. «Κατά συνέπεια, η απόφαση της τουρκικής Δικαιοσύνης έχει το βλέμμα της στραμμένο και προς την Ευρώπη», όπως είπε.
Ο ίδιος απέφυγε να συνδέσει άμεσα την εξέλιξη με την κρίση στην τουρκική οικονομία και τις εντάσεις στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ.
Τόνισε, όμως, πως και αυτή η πτυχή έχει τη σημασία της, καθώς κανείς δεν μπορεί να μην αξιολογεί τη «δίνη» στην οποία βρίσκεται η Τουρκία, αλλά και τη φάση επαναπροσδιορισμού, αν όχι ανακαθορισμού, της εξωτερικής πολιτικής της.
