Λευκωσία – Ανταπόκριση
Με διάγγελμα του προς τον κυπριακό λαό ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης, ενημέρωσε τον λαό για την πρόταση που υπέβαλε στον κατοχικό ηγέτη, Μουσταφά Ακιντζί. Ο πρόεδρος Αναστασιάδης επανέλαβε ότι εμπόδιο για πρόοδο στις συνομιλίες αποτελεί η επιμονή της τουρκοκυπριακής πλευράς σε εγγυήσεις και παραμονή κατοχικών στρατευμάτων και μετά τη λύση. Ο ίδιος είπε παραμένει απόλυτα συνεπής με τα όσα συμφωνήθηκαν με τον Τ/κ ηγέτη και κάλεσε τόσο την Τουρκία, όσο και τον Μουσταφά Ακιντζί, εάν θέλουν λύση, να επανεξετάσουν με νηφαλιότητα την πρότασή του.
Εισηγήθηκε την καταγραφή: α) των συγκλίσεων, β) των εκκρεμοτήτων, γ) των ουσιωδών διαφωνιών ανάμεσα στις δύο πλευρές με στόχος την αποκατάσταση της αλήθειας και δημιουργίας των προοπτικών για θετικό αποτέλεσμα.
Το διάγγελμα του προέδρου
Στο διάγγελμά του, ανάμεσα στ΄ άλλα, ο πρόεδρος Αναστασιάδης ανέφερε ότι «ένα σημαντικό Κεφάλαιο που αποτελεί και την κύρια πηγή της επικρατούσας απαράδεκτης κατάστασης, είναι η συνέχιση της παρουσίας των κατοχικών στρατευμάτων όπως και η Συνθήκη Εγγυήσεων. Στη Γενεύη, πέραν από την ανταλλαγή Χαρτών εντός συμφωνημένου πλαισίου – επαναλαμβάνω για πρώτη φορά– πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη για την Κύπρο, έστω και χωρίς αποτέλεσμα. Παρά ταύτα, όπως καταγράφεται και στο ανακοινωθέν των Ηνωμένων Εθνών της 12ης Ιανουαρίου 2017, απεφασίσθη η σύσταση ομάδων τεχνοκρατών για προετοιμασία της συνέχισης της Διάσκεψης σε πολιτικό επίπεδο.
Μετά τη σύσκεψη των τεχνοκρατών στις 18 Ιανουαρίου 2017, οι δύο ηγέτες, συνεπείς στα συμφωνηθέντα της Γενεύης, αποφάσισαν την 1η Φεβρουαρίου 2017 να ζητήσουν από τα Ηνωμένα Έθνη να προετοιμάσουν, σε συνεννόηση με τις εγγυήτριες δυνάμεις, τη συνέχιση της Διάσκεψης για την Κύπρο σε πολιτικό επίπεδο, στις αρχές Μαρτίου.
Την ίδια στιγμή, πρότεινα στον Τουρκοκύπριο ηγέτη όπως προχωρήσουμε σε κοινή δημοσιογραφική διάσκεψη και με απόλυτο σεβασμό στην αρχή ότι, τίποτα δεν θεωρείτε συμφωνημένο αν δεν συμφωνηθούν όλα, να ενημερώσουμε σχετικά τον κυπριακό λαό για την πρόοδο που είχε μέχρι τότε επιτευχθεί. Η αντίδραση της Τουρκοκυπριακής πλευράς ήταν αρνητική και στα δύο αιτήματα. Κατά την τελευταία συνάντηση της 17ης Μαΐου, 2017 ο Τουρκοκύπριος ηγέτης επικαλούμενος την έλλειψη προόδου υπέβαλε την πρόταση όπως πραγματοποιηθεί μια νέα διάσκεψη στην Γενεύη κατά την οποία οι δύο πλευρές θα παρουσίαζαν τις κύριες επιδιώξεις τους προκειμένου να σημειωθεί μέσα από διαδικασία πάρε – δώσε πρόοδος. Ταυτόχρονα αξίωσε όπως ανασταλούν οι ενεργειακοί σχεδιασμοί της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η πρόταση για τη Γενεύη
Συναισθανόμενος την κρισιμότητα των στιγμών και με μοναδικό στόχο να αποτρέψω ένα διαφαινόμενο αδιέξοδο, αφού απέρριψα την αξίωση για αναστολή των ενεργειακών μας σχεδιασμών και απόλυτα συνεπείς με όσα από κοινού συμφωνήθηκαν στις 12 Ιανουαρίου στη Γενεύη και την 1η Φεβρουαρίου στην Κύπρο, πρότεινα την άμεση μετάβαση στη Γενεύη και προκειμένου να έχει απτά αποτελέσματα:
Πρώτον: Να συνέλθει η Διάσκεψη για την Κύπρο προς ολοκλήρωση και κατάληξη της συζήτησης στο Κεφάλαιο της Ασφάλειας και Εγγυήσεων.
Δεύτερον: Εάν και εφόσον υπάρξει κατάληξη να προχωρήσουμε αμέσως στην συζήτηση και επίλυση του Εδαφικού, και
Τρίτον: Εν συνεχεία παραμονή στη Γενεύη για όσο χρειαστεί, προκειμένου να πετύχουμε όχι μόνο ουσιαστική πρόοδο άλλα ακόμη και συνολική επίλυση του Κυπριακού.»
Αποφασισμένος για διάλογο ουσίας
Και ο πρόεδρος Αναστασιάδης κατέληξε με τα ακόλουθα:
«Θέλω να επαναλάβω για άλλη μια φορά την αποφασιστικότητα μου να προχωρήσω μέσα από ένα διάλογο ουσίας και μακριά των οποιονδήποτε σκοπιμοτήτων, σε μια λύση που θα τερματίζει οριστικά την απαράδεκτη επικρατούσα κατάσταση. Μια λύση που θα δημιουργεί ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, με διασφάλιση των δικαιωμάτων του συνόλου των πολιτών και θα επιτρέπει μέσα από συνθήκες ασφάλειας την ειρηνική συμβίωση και συνδημιουργία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Καλώ για άλλη μια φορά την Τουρκία και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, εάν πράγματι επιθυμούν όπως ισχυρίζονται τη λύση του Κυπριακού προβλήματος, να επανεξετάσουν με νηφαλιότητα τις πρόταση που υπέβαλα, η οποία θεωρώ πως μπορεί να δώσει απάντηση στα όσα προβλήματα αντιμετωπίζουμε στο διάλογο.
Την ίδια ώρα, θα ήθελα για ύστατη φορά να κάνω έκκληση προς τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου, πως οι προκλήσεις, οι απειλές και τα προβλήματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε είναι πέραν και πάνω από σκοπιμότητες που υπαγορεύονται από προσωπικές ή άλλες επιδιώξεις».
